Scaife ATLAS

CTS Library / Τίμων

Τίμων (18)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg022.perseus-grc2:18
Refs {'start': {'reference': '18', 'human_reference': 'Section 18'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next
Ζεύς

τί οὖν ἀγανακτεῖς κατʼ αὐτῶν; διδόασι γὰρ ἄμφω καλὴν τὴν δίκην, οἱ μὲν ὥσπερ Τάνταλος ἄποτοι καὶ ἄγευστοι καὶ ξηροὶ τὸ στόμα,

v.2.p.346
ἐπικεχηνότες μόνον τῷ χρυσίῳ, οἱ δὲ καθάπερ Φινεὺς ἀπὸ τῆς φάρυγγος τὴν τροφὴν ὑπὸ τῶν Ἁρπυιῶν ἀφαιρούμενοι. ἀλλʼ ἄπιθι ἤδη σωφρονεστέρῳ παρὰ πολὺ τῷ Τίμωνι ἐντευξόμενος.

Πλοῦτος

ἐκεῖνος γάρ ποτε παύσεται ὥσπερ ἐκ κοφίνου τετρυπημένου, πρὶν ὅλως εἰσρυῆναί με, κατὰ σπουδὴν ἐξαντλῶν, φθάσαι βουλόμενος τὴν ἐπιρροήν, μὴ ὑπέραντλος εἰσπεσὼν ἐπικλύσω αὐτόν; ὥστε ἐς τὸν τῶν Δαναΐδων πίθον ὑδροφορήσειν μοι δοκῶ καὶ μάτην ἐπαντλήσειν, τοῦ κύτους μὴ στέγοντος, ἀλλὰ πρὶν εἰσρυῆναι σχεδὸν ἐκχυθησομένου τοῦ ἐπιρρέοντος· οὕτως εὐρύτερον τὸ πρὸς τὴν ἔκχυσιν κεχηνὸς τοῦ πίθου καὶ ἀκώλυτος ἔξοδος.

Tokens

Ζεύς 1 w 4
τί 1 w 6
οὖν 1 w 9
ἀγανακτεῖς 1 w 19
κατʼ 1 w 23
αὐτῶν 1 w 28
διδόασι 1 w 36
γὰρ 1 w 39
ἄμφω 1 w 43
καλὴν 1 w 48
τὴν 1 w 51
δίκην 1 w 56
οἱ 1 w 59
μὲν 1 w 62
ὥσπερ 1 w 67
1 w 68
Τάνταλος 1 w 76
ἄποτοι 1 w 82
καὶ 1 w 85
ἄγευστοι 1 w 93
καὶ 2 w 96
ξηροὶ 1 w 101
τὸ 1 w 103
στόμα 1 w 108
ἐπικεχηνότες 1 w 121
μόνον 1 w 126
τῷ 1 w 128
χρυσίῳ 1 w 134
οἱ 2 w 137
δὲ 1 w 139
καθάπερ 1 w 146
2 w 147
Φινεὺς 1 w 153
ἀπὸ 1 w 156
τῆς 1 w 159
φάρυγγος 1 w 167
τὴν 2 w 170
τροφὴν 1 w 176
ὑπὸ 1 w 179
τῶν 2 w 182
Ἁρπυιῶν 1 w 189
ἀφαιρούμενοι 1 w 201
ἀλλʼ 1 w 206
ἄπιθι 1 w 211
ἤδη 1 w 214
σωφρονεστέρῳ 1 w 226
παρὰ 1 w 230
πολὺ 1 w 234
τῷ 2 w 236
Τίμωνι 1 w 242
ἐντευξόμενος 1 w 254
Πλοῦτος 1 w 262
ἐκεῖνος 1 w 269
γάρ 1 w 272
ποτε 1 w 276
παύσεται 1 w 284
ὥσπερ 2 w 289
ἐκ 2 w 291
κοφίνου 1 w 298
τετρυπημένου 1 w 310
πρὶν 1 w 315
ὅλως 1 w 319
εἰσρυῆναί 1 w 328
με 3 w 330
κατὰ 1 w 335
σπουδὴν 1 w 342
ἐξαντλῶν 1 w 350
φθάσαι 1 w 357
βουλόμενος 1 w 367
τὴν 3 w 370
ἐπιρροήν 1 w 378
μὴ 1 w 381
ὑπέραντλος 1 w 391
εἰσπεσὼν 1 w 399
ἐπικλύσω 1 w 407
αὐτόν 1 w 412
ὥστε 1 w 417
ἐς 1 w 419
τὸν 1 w 422
τῶν 3 w 425
Δαναΐδων 1 w 433
πίθον 1 w 438
ὑδροφορήσειν 1 w 450
μοι 1 w 453
δοκῶ 1 w 457
καὶ 3 w 460
μάτην 1 w 465
ἐπαντλήσειν 1 w 476
τοῦ 1 w 480
κύτους 1 w 486
μὴ 2 w 488
στέγοντος 1 w 497
ἀλλὰ 1 w 502
πρὶν 2 w 506
εἰσρυῆναι 1 w 515
σχεδὸν 1 w 521
ἐκχυθησομένου 1 w 534
τοῦ 2 w 537
ἐπιρρέοντος 1 w 548
οὕτως 1 w 554
εὐρύτερον 1 w 563
τὸ 3 w 565
πρὸς 1 w 569
τὴν 4 w 572
ἔκχυσιν 1 w 579
κεχηνὸς 1 w 586
τοῦ 3 w 589
πίθου 1 w 594
καὶ 4 w 597
ἀκώλυτος 1 w 605
1 w 606
ἔξοδος 1 w 612

Dictionary Citations

LSJ

ἀγανακτέω
3 to be vexed at or with a person, τινί X. HG 5.3.11; πρός τινα Plu. Cam. 28, Diog.Oen. 68; κατά τινος Luc. Tim. 18:—c. part., to be angry at, ἀ. ἀποθνῄσκοντας Pl. Phd. 62e, cf. 67d.
ἄγευστος
not tasting or having tasted, πλακοῦντος Pl.Com. 113; ἰχθύων Luc. Sat. 28: metaph., οἷσι κακῶν ἄ. αἰών S. Ant. 583; ἐλευθερίας ἄ. Pl. R. 576a; τῶν τερπνῶν X. Mem. 2.1.23; τοῦ καλοῦ Arist. EN 1179b15; τῶν ἀγαθῶν Phld. Ir. p.60 W.; προβλήματα ἀμφιβολίας καὶ ζητήσεως ἄ. Alex.Aphr. Pr. Praef.:—abs., without eating, ἄποτοι καὶ ἄ. Luc. Tim. 18.
ἀκώλυτος
unhindered, Luc. Tim. 18; τύχη, of death, Epigr.Gr. 149.8 ( Rhenea), etc. Adv. -τως Pl. Cra. 415d, Chrysipp.Stoic. 2.269, Str. 17.1.25, Act.Ap. 28.31, etc.; γλῶσσα ἀ. ῥέουσα Procop. Ep. 46; also ἀκωλυτί [ Democr.] in Fabr. Bibl. 4.338 [Bolus 44].
ἐξαντλέω
3 empty out, Hld. 1.3; squander, [ πλοῦτον] Luc. Tim. 18, cf. 17 ( Pass.); δύναμιν πόνοις Id. Anach. 35, cf. Alciphr. 1.21.
ἐπαντλέω
pump over or upon, pour over, Pl. Phd. 112c ( Pass., ib.d.); ἐπί τι Id. Phdr. 253a; λόγους τινὶ ἐ. pour a flood of words over, E. Fr. 899.4, cf. Ael. NA 6.51; κακά Diph. 107; irrigate, ἐ. καὶ ἄρδειν τὰ φυτά Plu. QConv. 2.688e: metaph., μυριάδας χιλιάδας τῇ Σμύρνῃ Philostr. VS 1.25.2; ἑσμὸν ἡδονῶν Id. VA 6.11: abs., Luc. Tim. 18:— Pass., to be irrigated, D.S. 1.33, Stud.Pal. 17p.13 (ii A.D.), etc.; νάμασι λόγων Ph. 2.345; overflowed, φροντίσιν ἐπηντλημένος Plu. Cons.Apoll. 2.107a.
ἐπικλύζω
overflow, flood, ὅθι κύματʼ ἐπʼ ἠϊόνας (v.l. -όνος) κλύζεσκον Il. 23.61, cf. Th. 3.89, PLond. 2.267.112 (ii A.D.); ἐπέκλυζε τὸ πᾶν . . θάλασσα Anon. Oxy. 1014.16; τοὺς χυμοὺς οἷον ἐπικλύζοντας τὸ δέρμα, in blushing jaundice, Gal. 7.267; ἐ. χρυσῷ τὴν λεωφόρον Ps.-Luc. Philopatr. 21, cf. Tim. 18:— Pass., to be overwhelmed, κύμασι v.l. in Batr. 69; πλημυρίσιν Arist. Mu. 397a29.
ἐπιχαίνω
gape at, τινι Luc. Tim. 18, Sacr. 9, al.
ὑπέραντλος
2 φορτίʼ ἐξέρριψʼ ὑ. γενόμενος Diph. 43.12: metaph., over-charged, Luc. Tim. 18; συμφορᾷ E. Hipp. 767 (lyr.); ταῖς φροντίσιν Plu. Mar. 45.