Scaife ATLAS

CTS Library / Τίμων

Τίμων (13)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg022.perseus-grc2:13
Refs {'start': {'reference': '13', 'human_reference': 'Section 13'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next
Ζεύς

οὐδὲν ἔτι τοιοῦτον Τίμων ἐργάσεται περὶ σέ· πάνυ γὰρ αὐτὸν δίκελλα πεπαιδαγώγηκεν, εἰ μὴ παντάπασιν ἀνάλγητός ἐστι τὴν ὀσφῦν, ὡς χρῆν σὲ ἀντὶ τῆς πενίας προαιρεῖσθαι. σὺ μέντοι πάνυ μεμψίμοιρος εἶναί μοι δοκεῖς, ὃς νῦν μὲν τὸν Τίμωνα αἰτιᾷ, διότι σοι τὰς θύρας ἀναπετάσας ἠφίει περινοστεῖν ἐλευθέρως οὔτε ἀποκλείων οὔτε ζηλοτυπῶν· ἄλλοτε δὲ τοὐναντίον ἠγανάκτεις κατὰ τῶν πλουσίων κατακεκλεῖσθαι λέγων πρὸς αὐτῶν ὑπὸ μοχλοῖς καὶ κλεισὶ καὶ σημείων ἐπιβολαῖς, ὡς μηδὲ παρακῦψαί σοι ἐς τὸ φῶς δυνατὸν εἶναι. ταῦτα γοῦν ἀπωδύρου πρός με, ἀποπνίγεσθαι λέγων ἐν πολλῷ τῷ σκότῳ· καὶ διὰ τοῦτο ὠχρὸς ἡμῖν ἐφαίνου καὶ φροντίδος ἀνάπλεως, συνεσπακὼς τοὺς δακτύλους πρὸς τὸ ἔθος τῶν λογισμῶν καὶ ἀποδράσεσθαι ἀπειλῶν, εἰ καιροῦ λάβοιο, παρʼ αὐτῶν· καὶ ὅλως τὸ πρᾶγμα ὑπέρδεινον ἐδόκει σοι, ἐν χαλκῷ σιδηρῷ τῷ θαλάμῳ καθάπερ τὴν Δανάην παρθενεύεσθαι ὑπʼ ἀκριβέσι καὶ παμπονήροις παιδαγωγοῖς ἀνατρεφόμενον, τῷ Τόκῳ καὶ τῷ Λογισμῷ.

Tokens

Ζεύς 1 w 4
οὐδὲν 1 w 9
ἔτι 1 w 12
τοιοῦτον 1 w 20
1 w 21
Τίμων 1 w 26
ἐργάσεται 1 w 35
περὶ 1 w 39
σέ 1 w 41
πάνυ 1 w 46
γὰρ 1 w 49
αὐτὸν 1 w 54
1 w 55
δίκελλα 1 w 62
πεπαιδαγώγηκεν 1 w 76
εἰ 1 w 79
μὴ 1 w 81
παντάπασιν 1 w 91
ἀνάλγητός 1 w 100
ἐστι 1 w 104
τὴν 1 w 107
ὀσφῦν 1 w 112
ὡς 1 w 115
χρῆν 1 w 119
σὲ 1 w 121
ἀντὶ 1 w 125
τῆς 1 w 128
πενίας 1 w 134
προαιρεῖσθαι 1 w 146
σὺ 1 w 149
μέντοι 1 w 155
πάνυ 2 w 159
μεμψίμοιρος 1 w 170
εἶναί 1 w 175
μοι 2 w 178
δοκεῖς 1 w 184
ὃς 1 w 187
νῦν 1 w 190
μὲν 1 w 193
τὸν 2 w 196
Τίμωνα 1 w 202
αἰτιᾷ 1 w 207
διότι 1 w 213
σοι 1 w 216
τὰς 1 w 219
θύρας 1 w 224
ἀναπετάσας 1 w 234
ἠφίει 1 w 239
περινοστεῖν 1 w 250
ἐλευθέρως 1 w 259
οὔτε 1 w 263
ἀποκλείων 1 w 272
οὔτε 2 w 276
ζηλοτυπῶν 1 w 285
ἄλλοτε 1 w 292
δὲ 2 w 294
τοὐναντίον 1 w 304
ἠγανάκτεις 1 w 314
κατὰ 1 w 318
τῶν 1 w 321
πλουσίων 1 w 329
κατακεκλεῖσθαι 1 w 343
λέγων 1 w 348
πρὸς 1 w 352
αὐτῶν 1 w 357
ὑπὸ 1 w 360
μοχλοῖς 1 w 367
καὶ 1 w 370
κλεισὶ 1 w 376
καὶ 2 w 379
σημείων 1 w 386
ἐπιβολαῖς 1 w 395
ὡς 2 w 398
μηδὲ 1 w 402
παρακῦψαί 1 w 411
σοι 2 w 414
ἐς 1 w 416
τὸ 3 w 418
φῶς 1 w 421
δυνατὸν 1 w 428
εἶναι 1 w 433
ταῦτα 1 w 439
γοῦν 1 w 443
ἀπωδύρου 1 w 451
πρός 1 w 455
με 3 w 457
ἀποπνίγεσθαι 1 w 470
λέγων 2 w 475
ἐν 1 w 477
πολλῷ 1 w 482
τῷ 1 w 484
σκότῳ 1 w 489
καὶ 3 w 493
διὰ 1 w 496
τοῦτο 1 w 501
ὠχρὸς 1 w 506
ἡμῖν 1 w 510
ἐφαίνου 1 w 517
καὶ 4 w 520
φροντίδος 1 w 529
ἀνάπλεως 1 w 537
συνεσπακὼς 1 w 548
τοὺς 1 w 552
δακτύλους 1 w 561
πρὸς 2 w 565
τὸ 5 w 567
ἔθος 1 w 571
τῶν 3 w 574
λογισμῶν 1 w 582
καὶ 5 w 585
ἀποδράσεσθαι 1 w 597
ἀπειλῶν 1 w 604
εἰ 2 w 607
καιροῦ 1 w 613
λάβοιο 1 w 619
παρʼ 1 w 624
αὐτῶν 2 w 629
καὶ 6 w 633
ὅλως 1 w 637
τὸ 6 w 639
πρᾶγμα 1 w 645
ὑπέρδεινον 1 w 655
ἐδόκει 1 w 661
σοι 3 w 664
ἐν 2 w 667
χαλκῷ 1 w 672
1 w 673
σιδηρῷ 1 w 679
τῷ 2 w 681
θαλάμῳ 1 w 687
καθάπερ 1 w 694
τὴν 2 w 697
Δανάην 1 w 703
παρθενεύεσθαι 1 w 716
ὑπʼ 1 w 719
ἀκριβέσι 1 w 727
καὶ 7 w 730
παμπονήροις 1 w 741
παιδαγωγοῖς 1 w 752
ἀνατρεφόμενον 1 w 765
τῷ 3 w 768
Τόκῳ 1 w 772
καὶ 8 w 775
τῷ 4 w 777
Λογισμῷ 1 w 784

Dictionary Citations

LSJ

ἐπιβολή
throwing or laying on, ἱματίων Th. 2.49 (pl.); χειρῶν σιδηρῶν, of grappling-irons, Id. 7.62 (pl.); τῶν χρωμάτων Luc. Zeux. 5; σημείων affixing of seals, Id. Tim. 13; χειρῶν ἐπιβολαὶ ἐγίνοντο a fray arose, D.H. 10.33.
καιρός
III exact or critical time, season, opportunity, χρόνου κ. S. El. 1292: usu. alone, κ. [ ἐστιν] ἐν ᾧ χρόνος οὐ πολὺς κτλ. Hp. Praec. 1, cf. Chrysipp. et Archig. ap. Daremberg Notices et extr. des MSS. médicaux 1p.200; κ. ὀξύς Hp. Aph. 1.1; κ. πρὸς ἀνθρώπων βραχὺ μέτρον ἔχει ‘time and tide wait for no man’, Pi. P. 4.286; κ. ὄλβου, = καίριος ὄλβος, Id. N. 7.58; δηλοῦν, ὅ τι περ δύναται κ. Ar. Ec. 576 codd. (sed leg. δύνασαι) ; τίνα κ. τοῦ παρόντος βελτίω ζητεῖτε; D. 3.16; κ. δόσιος for giving, Hp. Acut. 20; κ. τοῦ ποτισμοῦ, τῆς τρύγης, BGU 1003.12 (iii B. C.), PStrassb. 1.8 (V A.D.); τὰ ἐκ τοῦ κ. προγινόμενα Plb. 6.32.3; καιρὸν παριέναι to let the time go by, Th. 4.27 (so in pl., τοὺς κ. παριέναι Pl. R. 374c; τοὺς κ. ὑφαιρεῖσθαι Aeschin. 3.66); κ. τῶν πραγμάτων τοῖς ἐναντίοις καθυφιέναι καὶ προδοῦναι D. 19.6; καιροῦ ( τοῦ κ.) τυχεῖν E. Hec. 593, Pl. Lg. 687a, Men. Mon. 281; καιρὸν εἰληφέναι Lys. 13.6 (but καιρὸς ἐλάμβανε Th. 2.34; cf. καιροῦ διδόντος Lib. Or. 45.7); καιροῦ λαβέσθαι Luc. Tim. 13; καιρὸν ἁρπάσαι Plu. Phil. 15; κ. τηρεῖν Arist. Rh. 1382b11; καιρῷ χρήσασθαι Plu. Pyrrh. 7; καιρῷ χειμῶνος ξυλλαβέσθαι co-operate with the occurrence of a storm, Pl. Lg. 709c; ἔχει κ. τι it happens in season, Th. 1.42, etc.; κ. ἔχειν τοῦ εὖ οἰκεῖν to be the chief cause of . ., Pl. R. 421a; ὑμέας καιρός ἐστι προβοηθῆσαι Hdt. 8.144, cf. A. Pr. 523, etc.; νῦν κ. ἔρδειν S. El. 1368: sts. c. Art., ἀλλʼ ἔσθʼ ὁ κ . . . ξένους . . τυγχάνειν τὰ πρόσφορα A. Ch. 710; ὁ κ. ἐστι μὴ μέλλειν ἔτι Ar. Th. 661, cf. Pl. 255.
μεμψίμοιρος
faultfinding, criticizing, querulous, Isoc. 12.8, Thphr. Char. 17.2, Phld. Lib. p.42 O., Ep.Jud. 16, Luc. Tim. 13, etc.; τὸ μ. Plu. Adul. 2.50b: Comp., γυνὴ ἀνδρὸς -ότερον Arist. HA 608b10.
παιδαγωγέω
παιδαγωγέω, pf. πεπαιδαγώγηκα Luc. Tim. 13:— Pass., fut. παιδαγωγήσομαι in pass. sense, Pl. Alc. 1.135d: aor. ἐπαιδαγωγήθην Hp. Art. 52, Pl. Lg. 641b: pf. πεπαιδαγώγημαι Plu. Ant. 10:—
παιδαγωγέω
2 train, guide, educate, moderate, τινα Pl. Tht. 167c; τὰς ἐπιθυμίας Muson. Fr. 7p.29H.; τὸ θέατρον . . π. τὰ ἤθη τῶν ὁρώντων Luc. Salt. 72, cf. Tim. 13; guide an elephantʼs trunk, Ael. NA 2.11:— Pass., συμποσίου ὀρθῶς παιδαγωγηθέντος well led, managed, Pl. Lg. 641b; τὴν παιδαγωγηθεῖσαν οὕτω πόλιν ib. 752c; ἂν ὑπὸ τοῦ λόγου παιδαγωγηθῇ τὸ πάθος Plu. Virt.mor. 2.443d.
συσπάω
draw together, contract, Pl. Ti. 71c; opp. ἀνίημι, Arist. Pr. 949a9, al.; τὸ δέρμα ib. 888a39, cf. Thphr. Sens. 65; συνεσπᾰκὼς τοὺς δακτύλους Luc. Tim. 13; τὰς ὀφρῦς Id. Vit.Auct. 7:— Med., σ. τὰς κοχώνας Ar. Fr. 482 (s.v.l.):— Pass., to be drawn up, retracted, Arist. HA 508a21, etc.; but also, to be shrivelled up by fire, LXX La. 5.10; συνεσπασμένους σμένους ὑπὸ νόσου D.L. 6.92; συνεσπασμένοι καὶ κακοπινεῖς shrivelled and dirty, Ath. 13.565d: metaph., λόγοι ἰσχνοὶ καὶ συνεσπ. dry and shrunken, D.H. Dem. 15.
ὑπέρδεινος
exceedingly alarming or dangerous, τὸ πρᾶγμα εἰς ὑπέρδεινόν μοι περιέστη D. 21.111; very hard, Luc. Tim. 13.