Scaife ATLAS

CTS Library / Μακρόβιοι

Μακρόβιοι (8)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg011.perseus-grc2:8
Refs {'start': {'reference': '8', 'human_reference': 'Section 8'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

Πομπίλιος Νουμᾶς εὐδαιμονέστατος τῶν Ῥωμαίων βασιλέων καὶ μάλιστα περὶ τὴν θεραπείαν τῶν θεῶν ἀσχοληθεὶς ὑπὲρ τὰ ὀγδοήκοντα ἔτη βεβιωκέναι ἱστορεῖται. Σέρβιος δὲ Τούλλιος Ῥωμαίων καὶ οὗτος βασιλεὺς ὑπὲρ τὰ ὀγδοήκοντα ἔτη καὶ αὐτὸς βιῶσαι ἱστορεῖται. Ταρκυίνιος δὲ τελευταῖος Ῥωμαίων βασιλεὺς φυγαδευθεὶς καὶ

v.1.p.228
ἐπὶ Κύμης διατρίβων ὑπὲρ τὰ ἐνενήκοντα ἔτη λέγεται στερρότατα βιῶσαι.

Tokens

Πομπίλιος 1 w 9
Νουμᾶς 1 w 15
1 w 16
εὐδαιμονέστατος 1 w 31
τῶν 1 w 34
Ῥωμαίων 1 w 41
βασιλέων 1 w 49
καὶ 1 w 52
μάλιστα 1 w 59
περὶ 1 w 63
τὴν 1 w 66
θεραπείαν 1 w 75
τῶν 2 w 78
θεῶν 1 w 82
ἀσχοληθεὶς 1 w 92
ὑπὲρ 1 w 96
τὰ 1 w 98
ὀγδοήκοντα 1 w 108
ἔτη 1 w 111
βεβιωκέναι 1 w 121
ἱστορεῖται 1 w 131
Σέρβιος 1 w 139
δὲ 1 w 141
Τούλλιος 1 w 149
Ῥωμαίων 2 w 156
καὶ 2 w 159
οὗτος 1 w 164
βασιλεὺς 1 w 172
ὑπὲρ 2 w 176
τὰ 2 w 178
ὀγδοήκοντα 2 w 188
ἔτη 2 w 191
καὶ 3 w 194
αὐτὸς 1 w 199
βιῶσαι 1 w 205
ἱστορεῖται 2 w 215
Ταρκυίνιος 1 w 226
δὲ 2 w 228
2 w 229
τελευταῖος 1 w 239
Ῥωμαίων 3 w 246
βασιλεὺς 2 w 254
φυγαδευθεὶς 1 w 265
καὶ 4 w 268
ἐπὶ 1 w 271
Κύμης 1 w 276
διατρίβων 1 w 285
ὑπὲρ 3 w 289
τὰ 3 w 291
ἐνενήκοντα 1 w 301
ἔτη 3 w 304
λέγεται 1 w 311
στερρότατα 1 w 321
βιῶσαι 2 w 327

Dictionary Citations

LSJ

ἀσχολέω
engage, occupy, τινά Luc. Zeux. 7:— Med., impf. ἠσχολεῖτο (v. infr.): fut. -ήσομαι M.Ant. 12.2, Aristid. 1.423 J.; -ηθήσομαι LXX Si. 39.1: pf. ἠσχόλημαι D.C. 71.10: aor. ἠσχολησάμην Gal. 7.657, and -ήθην D.S. 4.32, Luc. Macr. 8:— to be occupied, busy, Alex. 205, Men. 999, Epicur. Fr. 204, etc.; ἀσχολούμεθα ἵνα σχολάζωμεν Arist. EN 1177b4; περί or ἐπί τι, D.S. 2.40, 17.94; πρός τινας Aristid. l.c., cf. 2.178J.: c. part., λαλῶν ἠσχολεῖτο Alex. 261.12, etc.: c. acc. cogn., ἀ. ἀσχολίας ἀνωφελεῖς D.Chr. 47.23; exercise a function, POxy. 44.7, 23 (i A.D.).
στερρός
2 hard, rugged, uneasy, λέκτρα E. Tr. 114 (anap.); σ. τροφή hard fare, Luc. Lex. 23. Adv., στερρότατα βιῶσαι Id. Macr. 8.