Scaife ATLAS

CTS Library / Agesilaus

Agesilaus (4.1)

urn:cts:greekLit:tlg0032.tlg009.perseus-grc2:4.1
Refs {'start': {'reference': '4.1', 'human_reference': 'Chapter 4 Section 1'}}
Ancestors [{'reference': '4'}]
Children []
prev
plain textXML
next

περί γε μὴν τῆς εἰς χρήματα δικαιοσύνης ποῖα ἄν τις μείζω τεκμήρια ἔχοι τῶνδε; ὑπὸ γὰρ Ἀγησιλάου στέρεσθαι μὲν οὐδεὶς οὐδὲν πώποτε ἐνεκάλεσεν, εὖ δὲ πεπονθέναι πολλοὶ πολλὰ ὡμολόγουν. ὅτῳ δὲ ἡδὺ τὰ αὑτοῦ διδόναι ἐπʼ ὠφελείᾳ ἀνθρώπων, πῶς ἂν οὗτος ἐθέλοι τὰ ἀλλότρια ἀποστερεῖν ἐφʼ κακόδοξος εἶναι; εἰ γὰρ χρημάτων ἐπιθυμοίη, πολὺ ἀπραγμονέστερον τὰ αὑτοῦ φυλάττειν τὰ μὴ προσήκοντα λαμβάνειν.

Tokens

περί 1 w 4
γε 1 w 6
μὴν 1 w 9
τῆς 1 w 12
εἰς 1 w 15
χρήματα 1 w 22
δικαιοσύνης 1 w 33
ποῖα 1 w 37
ἄν 1 w 39
τις 1 w 42
μείζω 1 w 47
τεκμήρια 1 w 55
ἔχοι 1 w 59
τῶνδε 1 w 64
ὑπὸ 1 w 68
γὰρ 1 w 71
Ἀγησιλάου 1 w 80
στέρεσθαι 1 w 89
μὲν 1 w 92
οὐδεὶς 1 w 98
οὐδὲν 1 w 103
πώποτε 1 w 109
ἐνεκάλεσεν 1 w 119
εὖ 1 w 122
δὲ 2 w 124
πεπονθέναι 1 w 134
πολλοὶ 1 w 140
πολλὰ 1 w 145
ὡμολόγουν 1 w 154
ὅτῳ 1 w 158
δὲ 3 w 160
ἡδὺ 1 w 163
τὰ 1 w 165
αὑτοῦ 1 w 170
διδόναι 1 w 177
ἐπʼ 1 w 180
ὠφελείᾳ 1 w 187
ἀνθρώπων 1 w 195
πῶς 1 w 199
ἂν 1 w 201
οὗτος 1 w 206
ἐθέλοι 1 w 212
τὰ 2 w 214
ἀλλότρια 1 w 222
ἀποστερεῖν 1 w 232
ἐφʼ 1 w 235
1 w 236
κακόδοξος 1 w 245
εἶναι 1 w 250
εἰ 2 w 253
γὰρ 2 w 256
χρημάτων 1 w 264
ἐπιθυμοίη 1 w 273
πολὺ 1 w 278
ἀπραγμονέστερον 1 w 293
τὰ 3 w 295
αὑτοῦ 2 w 300
φυλάττειν 1 w 309
1 w 310
τὰ 4 w 312
μὴ 2 w 314
προσήκοντα 1 w 324
λαμβάνειν 1 w 333

Dictionary Citations

LSJ

ἀλλότριος
of or belonging to another, βίοτος, νηῦς, ἄχεα, Od. 1.160, 9.535, Il. 20.298; γυνή another manʼs wife, A. Ag. 448 (lyr.); ἀλλοτρίων χαρίσασθαι to be bountiful of what is anotherʼs, Od. 17.452; γναθμοῖσι γελοίων ἀλλοτρίοισιν with faces unlike their own, of a forced, unnatural laugh, ib. 20.347; ἀ. ὄμμασιν εἷρπον by the help of anotherʼs eyes, S. OC 146 (lyr.); οὐκ ἀ. ἄτην not inflicted by other hands, Id. Ant. 1259; but ἀ. φόνος murder of a stranger (cf. ΙΙ.1), Pl. Euthphr. 4b: prov., ἀ. ἀμᾶν θέρος reap where one has not sown, Ar. Eq. 392, cf. Hes. Th. 599; ἀλλοτριωτάτοις τοῖς σώμασιν χρῆσθαι deal with oneʼs body as if it belonged to another, Th. 1.70; τὰ ἀλλότρια, contr. τἀλλότρια, what belongs to others, not oneʼs own, τἀ. ἀποστερεῖν, δειπνεῖν, X. Ages. 4.1, Theopomp.Com. 34.
ἀπράγμων
II not troublesome or painful, τελευτὴν . . ἀπραγμονεστάτην τοῖς φίλοις X. Ap. 7. Adv. -μόνως without trouble, Th. 4.61, X. HG 6.4.27; σῴζεσθαι Th. 6.87; ὁ λόγος ἀ. εἴρηται carelessly, Arist. Mete. 369b27: Comp. -έστερον X. Ages. 4.1.
κακόδοξος
in ill repute, of low reputation, Thgn. 195, X. Ages. 4.1: Comp. -ότερος Pl. Min. 321a; of things, inglorious, νίκα E. Andr. 778 (lyr.).
στέρομαι
to be without, lack, lose, νίκης τε στέρεται Hes. Op. 211; στέρεσθαι τῆς χώρης Hdt. 8.140.αʹ, cf. Th. 1.70, al.; στερομέναν φίλων A. Ag. 1429 (lyr.), cf. E. IA 889 (troch.); στέρεσθαι κρατός A. Pers. 371; στέρομαι δʼ οἴκων, σ. παίδων E. Ion 865 (anap.); φίλτρων στέρομαι Id. El. 1309 (anap.); στερόμενος ὧν ὁ θεὸς ἔδωκεν Antipho 4.1.3; στερέσθω τῆς ἀρχῆς Pl. Lg. 948a; ὅπως ἂν . . τῶν αὑτῶν στέρωνται Id. R. 433e; στερέσθω τοῦ βοσκήματος IG 12(9).90.12 ( Eretria, iv B.C.), cf. PHib. 1.29.20 (iii B.C.), PRev.Laws 49.22, al. (iii B.C.); τῶν ὑπαρχόντων στέρεσθαι BGU 1812.6 (i B.C.), cf. στερέω: abs., χαίρειν τε καὶ στέρεσθαι S. Tr. 136 (lyr.); ὑπὸ Ἀγησιλάου στέρεσθαι οὐδεὶς οὐδὲν πώποτε ἐνεκάλεσε X. Ages. 4.1.