Scaife ATLAS

CTS Library / Symposium

Symposium (8.17)

urn:cts:greekLit:tlg0032.tlg004.perseus-grc2:8.17
Refs {'start': {'reference': '8.17', 'human_reference': 'Chapter 8 Section 17'}}
Ancestors [{'reference': '8'}]
Children []
prev
plain text • XML
next

πρῶτον μὲν γὰρ τίς μισεῖν δύναιτʼ ἂν ὑφʼ οὗ εἰδείη καλός τε καὶ ἀγαθὸς νομιζόμενος; ἔπειτα δὲ ὁρῴη αὐτὸν τὰ τοῦ παιδὸς καλὰ μᾶλλον ἢ τὰ ἑαυτοῦ ἡδέα σπουδάζοντα; πρὸς δὲ τούτοις πιστεύοι μήτʼ ἂν παρά τι ποιήσῃ μήτʼ ἂν καμὼν ἀμορφότερος γένηται, μειωθῆναι ἂν τὴν φιλίαν;

Tokens

πρῶτον 1 w 6
μὲν 1 w 9
γὰρ 1 w 12
τίς 1 w 15
μισεῖν 1 w 21
δύναιτʼ 1 w 28
ἂν 1 w 30
ὑφʼ 1 w 33
οὗ 1 w 35
εἰδείη 1 w 41
καλός 1 w 46
τε 1 w 48
καὶ 1 w 51
ἀγαθὸς 1 w 57
νομιζόμενος 1 w 68
ἔπειτα 1 w 75
δὲ 1 w 77
ὁρῴη 1 w 81
αὐτὸν 1 w 86
τὰ 1 w 88
τοῦ 1 w 91
παιδὸς 1 w 97
καλὰ 1 w 101
μᾶλλον 1 w 107
ἢ 1 w 108
τὰ 2 w 110
ἑαυτοῦ 1 w 116
ἡδέα 1 w 120
σπουδάζοντα 1 w 131
πρὸς 1 w 136
δὲ 2 w 138
τούτοις 1 w 145
πιστεύοι 1 w 153
μήτʼ 1 w 157
ἂν 2 w 159
παρά 1 w 163
τι 1 w 165
ποιήσῃ 1 w 171
μήτʼ 2 w 175
ἂν 3 w 177
καμὼν 1 w 182
ἀμορφότερος 1 w 193
γένηται 1 w 200
μειωθῆναι 1 w 210
ἂν 4 w 212
τὴν 1 w 215
φιλίαν 1 w 221

Dictionary Citations

LSJ

ἄμορφος
misshapen, unsightly, γυνή Hdt. 1.196; γῆρας Thgn. 1021; στολήν γʼ ἄμορφον ἀμφὶ σῶμʼ ἔχεις E. Hel. 554: metaph., μῦθος Pl. Lg. 752a: Sup. ἀμορφέστατος (as if from ἀμορφής) Hdt. l.c.: regul. Comp. -ότερος X. Smp. 8.17: Sup. -ότατος Plu. Mar. 2, etc. Adv. -φως uglily, Luc. Am. 41.
καλός
III beautiful, noble, honourable, in Hom. only in neut., οὐ καλὸν ἔειπες Od. 8.166, cf. 17.381; μεῖζον κλέος . . καὶ κάλλιον 18.255; freq. καλόν [ ἐστι] c. inf., κ. τοι σὺν ἐμοὶ τὸν κήδειν ὅς κʼ ἐμὲ κήδῃ Il. 9.615; οὐ γὰρ ἔμοιγε κ. (sc. ἄρχειν) 21.440; οὐ κ. ἀτέμβειν οὐδὲ δίκαιον Od. 20.294; so in Trag., καλόν μοι τοῦτο ποιούσῃ θανεῖν S. Ant. 72, etc.; μάθετε καλὸν ποιεῖν LXX Is. 1.17: Comp., οὐ μέν τοι τόδε κάλλιον οὐδὲ ἔοικε Od. 7.159, cf. Il. 24.52; after Hom. freq. of actions, etc., κάλων κἄσλων Sapph. Supp. 2.4 (unless of persons here); κ. ἔργματα noble deeds, Pi. I. 4(3).42, cf. S. Fr. 839, etc.; ἀναστροφὴ κ. 1 Ep.Pet. 2.12: in pl., excellences, πλῆθος καλῶν Pi. O. 13.45; πολλῶν καλῶν δεῖ τῷ καλόν τι μωμένῳ S. Fr. 938; τὰ τοῦ παιδὸς κ. X. Smp. 8.17.
σπουδάζω
1 do anything hastily or earnestly, be earnest about, τὸ αὑτοῦ E. HF 507; τὰς περὶ τὸ μανθάνειν ἡδονάς Pl. Phd. 114e, etc.; opp. παρέργοις χρῆσθαι, Id. Euthd. 273d, cf. Ti. 21c; τὰ ἑαυτοῦ ἡδέα X. Smp. 8.17; σ. τοῦτο, ὅπως . . Id. Eq. 11.10:— Pass., σπουδάζεταί τι is zealously pursued, πᾶν ὅ τι σ. E. Supp. 761; σ. ἀγών X. Lac. 10.3; χρήματα μετὰ πολλῆς δαπάνης σ. Pl. R. 485e; ἡ κωμῳδία διὰ τὸ μὴ σπουδάζεσθαι . . ἔλαθεν because it was not taken up seriously, Arist. Po. 1449b1; οὐ πάνυ σπουδάζεται ὑπʼ αὐτῶν is not much valued, Luc. Cont. 11: esp. freq. in pf. part., πᾶσα ἡ τοιαύτη σπουδὴ οὐκ ἐπὶ τούτοις ἐστὶν ἐσπουδασμένη Pl. Ly. 219e; προοίμια θαυμαστῶς ἐσπουδασμένα elaborately worked up, Id. Lg. 722e, cf. 659e; so τὰ μάλιστα ἐσπ. σῖτα καὶ ποτά the choicest, X. Cyr. 4.2.38; τὰ ἐσπ., of writing tablets, the best quality, Thphr. HP 3.9.7 (also κλίνας καὶ δίφρους καὶ τὰ ἄλλα τὰ σπουδαζόμενα ib. 5.3.2); εἰ ταῦτʼ ἐσπουδασμένα ἐν γράμμασιν ἐτέθη if those pains were seriously bestowed on letters, Pl. Ep. 344c; αἱ ἐσπουδασμέναι παιδιαί Arist. Rh. 1371a3, cf. Pol. 1336a34.