Scaife ATLAS

CTS Library / Economics

Economics (1.22)

urn:cts:greekLit:tlg0032.tlg003.perseus-grc2:1.22
Refs {'start': {'reference': '1.22', 'human_reference': 'Chapter 1 Section 22'}}
Ancestors [{'reference': '1'}]
Children []
prev
plain text • XML
next

δοῦλοι γάρ εἰσι καὶ οὗτοι, ἔφη ὁ Σωκράτης, καὶ πάνυ γε χαλεπῶν δεσποτῶν, οἱ μὲν λιχνειῶν, οἱ δὲ λαγνειῶν, οἱ δὲ οἰνοφλυγιῶν, οἱ δὲ φιλοτιμιῶν τινων μώρων καὶ δαπανηρῶν, ἃ οὕτω χαλεπῶς ἄρχει τῶν ἀνθρώπων ὧν ἂν ἐπικρατήσωσιν, ὥσθʼ ἕως μὲν ἂν ὁρῶσιν ἡβῶντας αὐτοὺς καὶ δυναμένους ἐργάζεσθαι, ἀναγκάζουσι φέρειν ἃ ἂν αὐτοὶ ἐργάσωνται καὶ τελεῖν εἰς τὰς αὑτῶν ἐπιθυμίας, ἐπειδὰν δὲ αὐτοὺς ἀδυνάτους αἴσθωνται ὄντας ἐργάζεσθαι διὰ τὸ γῆρας, ἀπολείπουσι τούτους κακῶς γηράσκειν, ἄλλοις δʼ αὖ πειρῶνται δούλοις χρῆσθαι.

Tokens

δοῦλοι 1 w 6
γάρ 1 w 9
εἰσι 1 w 13
καὶ 1 w 16
οὗτοι 1 w 21
ἔφη 1 w 25
ὁ 1 w 26
Σωκράτης 1 w 34
καὶ 2 w 38
πάνυ 1 w 42
γε 1 w 44
χαλεπῶν 1 w 51
δεσποτῶν 1 w 59
οἱ 1 w 62
μὲν 1 w 65
λιχνειῶν 1 w 73
οἱ 2 w 76
δὲ 1 w 78
λαγνειῶν 1 w 86
οἱ 3 w 89
δὲ 2 w 91
οἰνοφλυγιῶν 1 w 102
οἱ 4 w 105
δὲ 3 w 107
φιλοτιμιῶν 1 w 117
τινων 1 w 122
μώρων 1 w 127
καὶ 3 w 130
δαπανηρῶν 1 w 139
ἃ 1 w 141
οὕτω 1 w 145
χαλεπῶς 1 w 152
ἄρχει 1 w 157
τῶν 2 w 160
ἀνθρώπων 1 w 168
ὧν 1 w 170
ἂν 1 w 172
ἐπικρατήσωσιν 1 w 185
ὥσθʼ 1 w 190
ἕως 1 w 193
μὲν 2 w 196
ἂν 2 w 198
ὁρῶσιν 1 w 204
ἡβῶντας 1 w 211
αὐτοὺς 1 w 217
καὶ 4 w 220
δυναμένους 1 w 230
ἐργάζεσθαι 1 w 240
ἀναγκάζουσι 1 w 252
φέρειν 1 w 258
ἃ 2 w 259
ἂν 3 w 261
αὐτοὶ 1 w 266
ἐργάσωνται 1 w 276
καὶ 5 w 279
τελεῖν 1 w 285
εἰς 1 w 288
τὰς 1 w 291
αὑτῶν 1 w 296
ἐπιθυμίας 1 w 305
ἐπειδὰν 1 w 313
δὲ 4 w 315
αὐτοὺς 2 w 321
ἀδυνάτους 1 w 330
αἴσθωνται 1 w 339
ὄντας 1 w 344
ἐργάζεσθαι 2 w 354
διὰ 1 w 357
τὸ 1 w 359
γῆρας 1 w 364
ἀπολείπουσι 1 w 376
τούτους 1 w 383
κακῶς 1 w 388
γηράσκειν 1 w 397
ἄλλοις 1 w 404
δʼ 1 w 406
αὖ 1 w 408
πειρῶνται 1 w 417
δούλοις 1 w 424
χρῆσθαι 1 w 431

Dictionary Citations

LSJ

δοῦλος
born bondman or slave, opp. one made a slave, τὰ ἀνδράποδα πάντα καὶ δοῦλα καὶ ἐλεύθερα Th. 8.28, cf. E. IA 330: then, generally, bondman, slave, opp. δεσπότης (q. v.): not in Hom., who twice has fem. δούλη, ἡ, bondwoman, Il. 3.409, Od. 4.12, cf. A. Ag. 1326, X. Cyr. 5.1.4, Pl. R. 395e, etc.: freq. of Persians and other nations subject to a despot, Hdt., etc.; οὔ τινος δοῦλοι κέκληνται, of the Greeks, A. Pers. 242: metaph., χρημάτων δ. slaves to money, E. Hec. 865; so γνάθου δ. Id. Fr. 282.5; τῶν αἰεὶ ἀτόπων Th. 3.38; λιχνειῶν, λαγνειῶν, X. Oec. 1.22, cf. Mem. 1.3.11.
λιχνεία
gluttony, luxuriousness in eating, X. Lac. 5.4, Luc. Tim. 55: pl., X. Oec. 1.22, Pl. R. 519b; περὶ τὰ φαῦλα Ath. 5.220c.
οἰνοφλυγία
drunkenness, X. Oec. 1.22, Antiph. 19, Arist. EN 1114a27, Plb. 2.19.4 (pl.), 1 Ep.Pet. 4.3.