Scaife ATLAS

CTS Library / Πέτρου Α′

Πέτρου Α′ (3.7)

urn:cts:greekLit:tlg0031.tlg021.perseus-grc2:3.7
Refs {'start': {'reference': '3.7', 'human_reference': 'Chapter 3 Verse 7'}}
Ancestors [{'reference': '3'}]
Children []
prev
plain textXML
next

Οἱ ἄνδρες ὁμοίως συνοικοῦντες κατὰ γνῶσιν, ὡς ἀσθενεστέρῳ σκεύει τῷ γυναικείῳ ἀπονέμοντες. τιμήν, ὡς καὶ συνκληρονόμοι χάριτος ζωῆς, εἰς τὸ μὴ ἐγκόπτεσθαι τὰς προσευχὰς ὑμῶν.

Tokens

Οἱ 1 w 2
ἄνδρες 1 w 8
ὁμοίως 1 w 14
συνοικοῦντες 1 w 26
κατὰ 1 w 30
γνῶσιν 1 w 36
ὡς 1 w 39
ἀσθενεστέρῳ 1 w 50
σκεύει 1 w 56
τῷ 1 w 58
γυναικείῳ 1 w 67
ἀπονέμοντες 1 w 78
τιμήν 1 w 84
ὡς 2 w 87
καὶ 1 w 90
συνκληρονόμοι 1 w 103
χάριτος 1 w 110
ζωῆς 1 w 114
εἰς 1 w 118
τὸ 1 w 120
μὴ 1 w 122
ἐγκόπτεσθαι 1 w 133
τὰς 1 w 136
προσευχὰς 1 w 145
ὑμῶν 1 w 149

Dictionary Citations

LSJ

ἀπονέμω
portion out, impart, assign, ἡμῖν . . ταῦτʼ ἀπένειμε τύχη Simon. 100; βωμοὺς καὶ ἀγάλματα θεοῖσι Hdt. 2.4; τὸ πρέπον ἑκατέροις Pl. Lg. 757c; τῷ θεῷ τοῦτο γέρας Id. Prt. 341e; τοῖς θεοῖς χάριτας SIG 708.33, cf. 1 Ep.Pet. 3.7; τὸ καλῶς ἀποθανεῖν ἴδιον τοῖς σπουδαίοις ἡ φύσις ἀπένειμεν Isoc. 1.43; aor. imper. ἀπόνειμον render, impart, Pi. I. 2.47; τῇ συγγνώμῃ πλέον ἢ τῷ δικαίῳ ἀπονέμειν Din. 1.55:— Med., assign or take to oneself, τι Pl. Sph. 267a, Lg. 739b; ἀπονέμεσθαί τι feed on, Ar. Av. 1289; ἀπονέμεσθαι τῶν πατρῴων help oneself to a share of . ., Pl. R. 574a:— Pass., to be assigned, τοῖς ἀγαθοῖς Arist. EN 1123b35; to be rendered, θεῷ Porph. Marc. 11.
γυναικεῖος
of or belonging to women, feminine, γυναικεῖαι βουλαί a womanʼs designs, Od. 11.437; λουτρόν Hes. Op. 753; ἔργα Hdt. 4.114; κόσμος Pl. R. 373c; σκεῦος ( i.e. woman) 1 Ep.Pet. 3.7; γ. αἰδοῖον, τόποι, χῶροι, Gal. UP 15.3, Aret. SA 2.11, CA 2.10; κόλπος ( = αἰδοῖον) Sor. 1.16; ῥοῦς leucorrhoea, Id. 2.43; γονόρροια Aret. SD 2.11; ἰατρός Sor. 2.3; γ. ἀγορά Thphr. Char. 2.9; ἡ γ. θεός, = Lat. bona dea, Plu. Caes. 9, Cic. 19; γ. πόλεμος war with women, AP 7.352 ( Mel. (?)).
σκεῦος
II τὸ σ. the body, as the vessel of the soul, a metaph. clearly expressed in 2 Ep.Cor. 4.7, ἔχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, cf. 1 Ep.Thess. 4.4, 1 Ep.Pet. 3.7.
συνοικέω
2 live with in wedlock, of the man, Hdt. 1.91, 196, E. Med. 242, Ar. Pax 708, Pl. Criti. 113d, PEnteux. 91.2 (iii B.C.), etc.; of the woman, ἔοισα (fort. νέοισι) γεραιτέρα Sapph. 75, cf. Hdt. 1.37, 108, E. Andr. 18, etc.: abs., live in wedlock, Hdt. 1.93, 4.168, 1 Ep.Pet. 3.7, etc.; τούτων συνοικησάντων γίνεται Κλεισθένης from their marriage sprang Cleisthenes, Hdt. 6.131.