preserve through a danger, of persons, Ἀπόλλωνα δ. κατακρύψασα Hdt. 2.156; δ. πόλιν E. Ph. 783; δ. τινὰ ἐκ κινδύνων Isoc. 1.23:— Med., save for oneself, τὰ πλείστου ἄξια X. Cyr. 4.2.28:— Pass., Pl. Ti. 22d; come safe through, τοὺς διασωθέντας Id. R. 540a, cf. 1 Ep.Pet. 3.20, etc.; διασῴζεσθαι ἐς . . or πρός . . to come safe to a place, Th. 4.113, X. An. 5.4.5, etc.; recover from illness, Id. Mem. 2.10.2.
IV
conscious self or personality as centre of emotions, desires, and affections, χερσὶ καὶ ψυχᾷ δυνατοί Pi. N. 9.39; μορφὰν βραχύς, ψυχὰν δʼ ἄκαμπτος Id. I. 4(3).53(71); ἐνίους τῶν καλῶν τὰς μορφὰς μοχθηροὺς ὄντας τὰς ψ. X. Oec. 6.16; θνητοῦ σώματος ἔτυχες, πειρῶ τῆς ψ. ἀθάνατον μνήμην καταλιπεῖν Isoc. 2.37; opp. material blessings, κτεάνων ψ. ἔχοντες κρέσσονας Pi. N. 9.32; μήτε σωμάτων ἐπιμελεῖσθαι μήτε χρημάτων . . οὕτω σφόδρα ὡς τῆς ψ. ὅπως ὡς ἀρίστη ἔσται Pl. Ap. 30b, cf. 29e: hence regarded in abstraction, τὸ παρεχόμενον ἡμῶν ἕκαστον τοῦτʼ εἶναι μηδὲν ἀλλʼ ἢ τὴν ψ., τὸ δὲ σῶμα ἰνδαλλόμενον ἡμῶν ἑκάστοις ἕπεσθαι Pl. Lg. 959a; ἡ ψ. ἐστιν ἄνθρωπος Id. Alc. 1.130c; οὐδὲ νῦν τήν γʼ ἐμὴν ψ. ἑωρᾶτε X. Cyr. 8.7.17, cf. supr. III: sts., therefore, distd. from oneself, ψ. γὰρ ηὔδα πολλά μοι μυθουμένη S. Ant. 227; ἡ ψ. μου πεπότηται Ar. Nu. 319 (anap.); τί ποτʼ ἔστι μαθεῖν ἔραται ψ. E. Hipp. 173 (anap.); ἄλλο τι βουλομένη ἑκατέρου ἡ ψ. δήλη ἐστίν Pl. Smp. 192c; οἴμοι ψυχή woe is me! LXX Mi. 7.1; καὶ ἐρῶ τῇ ψ. μου, "ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθά" Ev.Luc. 12.19; in periphrases, ψ. Ὀρέστου, = Ὀρέστης, S. El. 1127, al.: but τὴν Φιλοκτήτου ψ. ἐκκλέψεις his wits, Id. Ph. 55; ἡ δʼ ἐμὴ ψ. τέθνηκεν Id. Ant. 559, cf. OC 999; so ψυχαί abs., = ἄνθρωποι, ψ. ὀλέσασα A. Ag. 1457 (lyr.); ψ. πολλαὶ ἔθανον many souls perished, Ar. Th. 864; πᾶσαι αἱ ψ., υἱοὶ καὶ αἱ θυγατέρες λ γ LXX Ge. 46.15, cf. Ex. 12.4, al.; [ κιβωτὸς] εἰς ἣν ὀλίγοι, τοῦτʼ ἔστιν ὀκτὼ ψ., διεσώθησαν 1 Ep.Pet. 3.20. In apostrophe, μή, φίλα ψ. Pi. P. 3.61; ὦ μελέα ψ. S. Ph. 712 (lyr.); ὦ ἀγαθὴ καὶ πιστὴ ψ. X. Cyr. 7.3.8; in referring to persons, ὅταν μεγάλη ψ. φυῇ Pl. R. 496b (cf. μεγαλόψυχος) ; καλεῖται γοῦν ἡ ψ. Κρινοκοράκα the creature, Thphr. Char. 28.2; πάσῃ ψ. τετελευτηκυίᾳ LXX Nu. 6.6, 11; πᾶσα ψ. ὑποτασσέσθω Ep.Rom. 13.1, etc.: generally, being, ψυχὴ ζῶσα living creature, LXX Ge. 1.24, cf. 20 (pl.).