Scaife ATLAS

CTS Library / Ἑβραίους

Ἑβραίους (8.6)

urn:cts:greekLit:tlg0031.tlg019.perseus-grc2:8.6
Refs {'start': {'reference': '8.6', 'human_reference': 'Chapter 8 Verse 6'}}
Ancestors [{'reference': '8'}]
Children []
prev
plain textXML
next

νῦν δὲ διαφορωτέρας τέτυχεν λειτουργίας, ὅσῳ καὶ κρείττονός ἐστιν διαθήκης μεσίτης, ἥτις ἐπὶ κρείττοσιν ἐπαγγελίαις νενομοθέτηται.

Tokens

νῦν 1 w 3
δὲ 1 w 5
διαφορωτέρας 1 w 17
τέτυχεν 1 w 24
λειτουργίας 1 w 35
ὅσῳ 1 w 39
καὶ 1 w 42
κρείττονός 1 w 52
ἐστιν 1 w 57
διαθήκης 1 w 65
μεσίτης 1 w 72
ἥτις 1 w 77
ἐπὶ 1 w 80
κρείττοσιν 1 w 90
ἐπαγγελίαις 1 w 101
νενομοθέτηται 1 w 114

Dictionary Citations

LSJ

νομοθετέω
II ordain by law, τι Pl. Lg. 628d, R. 417b; ἐναντία τῷ ὅρκῳ τοῦ δήμου ν. And. 4.3: c. inf., enact, τῶν ζῴων ἐστὶν ἃ σέβεσθαι ἐνομοθέτησε Isoc. 11.26, cf. POxy. 1119.16 (iii A.D.): —in Med., Pl. Lg. 736c:— Pass., to be ordained by law, Ep.Hebr. 8.6; τὰ καλῶς νενομοθετημένα ἡμῖν ὑπὸ τῶν βασιλέων OGI 329.13 ( Aegina, ii B.C.), cf. Luc. Pr.Im. 18: impers., περὶ ταῦτα οὕτω σφι νενομοθέτηται it has been so ordained by law, Hdt. 2.41; ν. καλὸν [εἶναι] τὸ χαρίζεσθαι Pl. Smp. 182b; ἦν νενομοθετημένον Arist. Pol. 1319a11.