Scaife ATLAS

CTS Library / Τιμόθεον Α′

Τιμόθεον Α′ (6.4)

urn:cts:greekLit:tlg0031.tlg015.perseus-grc2:6.4
Refs {'start': {'reference': '6.4', 'human_reference': 'Chapter 6 Verse 4'}}
Ancestors [{'reference': '6'}]
Children []
prev
plain textXML
next

τετύφωται, μηδὲν ἐπιστάμενος, ἀλλὰ νοσῶν περὶ ζητήσεις καὶ λογομαχίας, ἐξ ὧν γίνεται φθόνος, ἔρις, βλασφημίαι, ὑπόνοιαι πονηραί,

Tokens

τετύφωται 1 w 9
μηδὲν 1 w 15
ἐπιστάμενος 1 w 26
ἀλλὰ 1 w 31
νοσῶν 1 w 36
περὶ 1 w 40
ζητήσεις 1 w 48
καὶ 1 w 51
λογομαχίας 1 w 61
ἐξ 1 w 64
ὧν 1 w 66
γίνεται 1 w 73
φθόνος 1 w 79
ἔρις 1 w 84
βλασφημίαι 1 w 95
ὑπόνοιαι 1 w 104
πονηραί 1 w 111

Dictionary Citations

LSJ

λογομαχία
war about words, disputation, 1 Ep.Ti. 6.4 (pl.), Porph. ap. Eus. PE 14.10; title of Menippean satire by Varro, Nonius p.268 L., Porph. ad Hor. Sat. 2.4.
τυφόω
delude, rare in Act., ἐτύφωσʼ ἐκ δʼ ἔλετο φρένας Alc. 68 (cj. Porson), cf. Plu. Adul. 2.59a; τ. τινὰ εἰς ἐλπίδα μειζόνων πραγμάτων Hdn. 6.5.10:—but mostly in pf. Pass. τετύφωμαι ( aor. Pass. τυφωθείς S.E. P. 3.193), to be crazy, demented, ὦ τετυφωμένε σύ Pl. Hp.Ma. 290a; ληρεῖν καὶ τετυφῶσθαι D. 9.20; οὐ δὴ ποιήσω τοῦτο· οὐχ οὕτω τετύφωμαι Id. 18.11, cf. 24.158, Plb. 3.81.1, Cic. Att. 12.25.2, 1 Ep.Ti. 6.4, al.; ἴσως ἔγωγε τετύφωμαι ταῦτα λέγων καὶ τὰ μὴ δεινὰ ἀξιῶ δεδιέναι D.H. 6.52; ὁ οἶνος τετυφωμένους ποιεῖ Arist. Pr. 873a23, cf. Phld. Mus. p.54 K.; γόητες καὶ σοφισταὶ καὶ τετυφωμένοι καὶ φαρμακεῖς Jul. Or. 6.197d; ἀνόητος καὶ τετυφωμένος Luc. Nigr. 1, cf. Icar. 7, Arr. Epict. 4.1.150: c. dat. modi, τετυφωμένος τοσαύταις εὐτυχίαις demented, rendered vain, Str. 15.1.5; ἐπὶ πλούτοις τε καὶ ἀρχαῖς filled with insane arrogance, Luc. Nec. 12: Harp. expl. τετύφωμαι by ἐμβεβρόντημαι.