Scaife ATLAS

CTS Library / Θεσσαλονικείς Β′

Θεσσαλονικείς Β′ (2.4)

urn:cts:greekLit:tlg0031.tlg014.perseus-grc2:2.4
Refs {'start': {'reference': '2.4', 'human_reference': 'Chapter 2 Verse 4'}}
Ancestors [{'reference': '2'}]
Children []
prev
plain textXML
next

ἀντικείμενος

καὶ ὑπεραιρόμενος ἐπὶ πάντα
λεγόμενον
θεὸν
σέβασμα, ὥστε αὐτὸν
εἰς τὸν
ναὸν
τοῦ θεοῦ καθίξαι,
ἀποδεικνύντα ἑαυτὸν ὅτι ἔστιν
θεός—.

Tokens

1 w 1
ἀντικείμενος 1 w 13
καὶ 1 w 16
ὑπεραιρόμενος 1 w 29
ἐπὶ 1 w 32
πάντα 1 w 37
λεγόμενον 1 w 46
θεὸν 1 w 50
1 w 51
σέβασμα 1 w 58
ὥστε 1 w 63
αὐτὸν 1 w 68
εἰς 1 w 71
τὸν 2 w 74
ναὸν 1 w 78
τοῦ 1 w 81
θεοῦ 1 w 85
καθίξαι 1 w 92
ἀποδεικνύντα 1 w 105
ἑαυτὸν 1 w 111
ὅτι 1 w 114
ἔστιν 1 w 119
θεός 1 w 123

Dictionary Citations

LSJ

ἀποδείκνυμι
1 appoint, proclaim, create, ἀ. τινὰ στρατηγόν X. An. 1.1.2, al.: c. inf., στρατηγὸν εῖναι Hdt. 5.25; ἀ. τούτους τὴν πόλιν νέμειν ib. 29; ἑαυτὸν ὅτι ἐστὶ θεός 2 Ep.Thess. 2.4:— Pass., to be so created, Hdt. 1.124, 162; μελεδωνοὶ ἀποδεδέχαται τῆς τροφῆς 2.65; ἀπεδέχθη εῖναι ἵππαρχος 7.154; αὐτοκράτωρ ἀποδέδεικται POxy. 1021.7 (i A. D.); ὕπατος ἀποδεδειγμένος, = Lat. consul designatus, OGI 379.5 ( Tiflis), etc.
ὑπεραίρω
lift or raise up over, εἰς τὸν ἔξω τόπον τὴν τοῦ ἡνιόχου κεφαλήν Pl. Phdr. 248a; τὴν ὀφρῦν ὑπὲρ τοὺς κροτάφους Luc. Am. 54; ἑρμάτων ὑ. τὸ σκάφος over the rocks, Philostr. VA 3.23; ὑ. τὸ φθέγμα raise it very high, Luc. Ner. 9:— Med., lift oneself or rise above, πάντων Anon. in Rh. 1.632 W.: abs., to be lifted up, 2 Ep.Cor. 12.7; give oneself airs, be coy, Aristaenet. 1.17, 2.6; exalt oneself above, ἐπὶ θεόν 2 Ep.Thess. 2.4.