Scaife ATLAS

CTS Library / Θεσσαλονικείς Β′

Θεσσαλονικείς Β′ (2.2)

urn:cts:greekLit:tlg0031.tlg014.perseus-grc2:2.2
Refs {'start': {'reference': '2.2', 'human_reference': 'Chapter 2 Verse 2'}}
Ancestors [{'reference': '2'}]
Children []
prev
plain textXML
next

εἰς τὸ μὴ ταχέως σαλευθῆναι ὑμᾶς ἀπὸ τοῦ νοὸς μηδὲ θροεῖσθαι μήτε διὰ πνεύματος μήτε διὰ λόγου μήτε διʼ ἐπιστολῆς ὡς διʼ ἡμῶν, ὡς ὅτι ἐνέστηκεν ἡμέρα τοῦ κυρίου.

Tokens

εἰς 1 w 3
τὸ 1 w 5
μὴ 1 w 7
ταχέως 1 w 13
σαλευθῆναι 1 w 23
ὑμᾶς 1 w 27
ἀπὸ 1 w 30
τοῦ 1 w 33
νοὸς 1 w 37
μηδὲ 1 w 41
θροεῖσθαι 1 w 50
μήτε 1 w 54
διὰ 1 w 57
πνεύματος 1 w 66
μήτε 2 w 70
διὰ 2 w 73
λόγου 1 w 78
μήτε 3 w 82
διʼ 1 w 85
ἐπιστολῆς 1 w 94
ὡς 1 w 96
διʼ 2 w 99
ἡμῶν 1 w 103
ὡς 2 w 106
ὅτι 1 w 109
ἐνέστηκεν 1 w 118
2 w 119
ἡμέρα 1 w 124
τοῦ 2 w 127
κυρίου 1 w 133

Dictionary Citations

LSJ

θροέω
II scare, terrify, Sch. E. Hec. 180, al.:— Pass., to be stirred. moved, of joy, ἡ κοιλία μου ἐθροήθη ἐπʼ αὐτόν LXX Ca. 5.4; of fear, μὴ θροεῖσθε Ev.Matt. 24.6, cf. 2 Ep.Thess. 2.2.