Scaife ATLAS

CTS Library / Θεσσαλονικείς Α′

Θεσσαλονικείς Α′ (2.16)

urn:cts:greekLit:tlg0031.tlg013.perseus-grc2:2.16
Refs {'start': {'reference': '2.16', 'human_reference': 'Chapter 2 Verse 16'}}
Ancestors [{'reference': '2'}]
Children []
prev
plain textXML
next

κωλυόντων ἡμᾶς τοῖς ἔθνεσιν λαλῆσαι ἵνα σωθῶσιν, εἰς τὸ

ἀναπληρῶσαι
αὐτῶν
τὰς
ἁμαρτίας
πάντοτε. ἔφθασεν δὲ ἐπʼ αὐτοὺς ὀργὴ εἰς τέλος.

Tokens

κωλυόντων 1 w 9
ἡμᾶς 1 w 13
τοῖς 1 w 17
ἔθνεσιν 1 w 24
λαλῆσαι 1 w 31
ἵνα 1 w 34
σωθῶσιν 1 w 41
εἰς 1 w 45
τὸ 1 w 47
ἀναπληρῶσαι 1 w 58
αὐτῶν 1 w 63
τὰς 1 w 66
ἁμαρτίας 1 w 74
πάντοτε 1 w 81
ἔφθασεν 1 w 89
δὲ 1 w 91
ἐπʼ 1 w 94
αὐτοὺς 1 w 100
2 w 101
ὀργὴ 1 w 105
εἰς 2 w 108
τέλος 1 w 113

Dictionary Citations

LSJ

φθάνω
2 come or arrive first, ἕως τῶν οὐρανῶν LXX 2 Ch. 28.9; ἔφθασεν ἐφʼ ὑμᾶς Ev.Matt. 12.28, Ev.Luc. 11.20, cf. 1 Ep.Thess. 2.16: φ. εἰς . . , simply, arrive at, attain to, Ep.Rom. 9.31, Ep.Phil. 3.16, Plu. Alex. fort. 2.338a; φθάσομεν εἰς Πηλούσι<ον> PPar. 18.14 (ii A. D.): abs., of Time, arrive, καιρὸς τῆς τομῆς ἔφθακε (v.l. ἔφθασεν) LXX Ca. 2.12; ἔφθασεν ὁ μὴν ὁ ἕβδομος ib. 2 Es. 3.1.