Scaife ATLAS

CTS Library / Κορίνθιους Β′

Κορίνθιους Β′ (3.13)

urn:cts:greekLit:tlg0031.tlg008.perseus-grc2:3.13
Refs {'start': {'reference': '3.13', 'human_reference': 'Chapter 3 Verse 13'}}
Ancestors [{'reference': '3'}]
Children []
prev
plain textXML
next

καὶ οὐ καθάπερ

Μωυσῆς ἐτίθει κάλυμμα ἐπὶ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ,
πρὸς τὸ μὴ ἀτενίσαι τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ εἰς τὸ τέλος τοῦ καταργουμένου.

Tokens

καὶ 1 w 3
οὐ 1 w 5
καθάπερ 1 w 12
Μωυσῆς 1 w 18
ἐτίθει 1 w 24
κάλυμμα 1 w 31
ἐπὶ 1 w 34
τὸ 1 w 36
πρόσωπον 1 w 44
αὐτοῦ 1 w 49
πρὸς 1 w 54
τὸ 2 w 56
μὴ 1 w 58
ἀτενίσαι 1 w 66
τοὺς 1 w 70
υἱοὺς 1 w 75
Ἰσραὴλ 1 w 81
εἰς 1 w 84
τὸ 3 w 86
τέλος 1 w 91
τοῦ 2 w 94
καταργουμένου 1 w 107

Dictionary Citations

LSJ

κάλυμμα
head-covering, hood, veil, κ. κυάνεον dark veil worn in mourning, Il. 24.93, h.Cer. 42; χρύσεον κ. B. 16.38; ὁ χρησμὸς οὐκέτʼ ἐκ καλυμμάτων ἔσται δεδορκὼς νεογάμου νύμφης δίκην A. Ag. 1178 (but metaph., δείξω τάδʼ ἐκ καλυμμάτων ‘I will lift the veil’, S. Tr. 1078); λεπτῶν ὄμμα διὰ καλυμμάτων ἔχουςʼ E. IT 372, cf. Ar. Lys. 532, Fr. 320.5, Dicaearch. 1.18; κάρα καλύμμασι κρυψάμενον S. Aj. 245 (lyr.); χαλᾶτε πᾶν κάλυμμʼ ἀπʼ ὀφθαλμῶν Id. El. 1468; Μωυσῆς ἐτίθει κ. ἐπὶ τὸ πρόσωπον 2 Ep.Cor. 3.13.