know something about a person, esp. as a potential witness for or against him, ἢ (sc. Δίκη) σιγῶσα σύνοιδε τὰ γιγνόμενα πρό τʼ ἐόντα Sol. 4.15; τά τοι ἐγὼ καὶ ἀμφότερα συνειδὼς ἔχω μαρτυρέειν to both of which I, knowing them true of you, can testify, Hdt. 5.24; εἰ τέοισί τι χρηστὸν συνῄδεε πεποιημένον Id. 8.113; ἐπαινεόντων τούτους τοῖσί τι καὶ συνῃδέατε Id. 9.58; τὰ Μηδικὰ καὶ ὅσα αὐτοὶ σύνιστε our other services to which you can testify, Th. 1.73; ἃ ξύνισμεν τοῖσιν ἵπποις βουλόμεσθʼ ἐπαινέσαι Ar. Eq. 595 (troch.); συνοίδαμεν ὑμῖν ὑπὸ τὸν παρεόντα τόνδε πόλεμον ἐοῦσι πολλὸν προθυμοτάτοισι Hdt. 9.60; ὑπολαμβάνων παρʼ ὑμῶν ἑκάστῳ τὸ συνειδὸς ὑπάρχειν μοι believing that I can rely on your acknowledgement of my services, D. 18.110; τί μοι σύνοισθα τοιοῦτον εἰργασμένῳ; X. Smp. 4.62; σύνοιδα τῷ μειρακίῳ κοσμίῳ τὸν πρότερον ὄντι χρόνον ἀεί Men. Sam. 57; πότερον οὐ συνοίδασιν αὐτῷ ποιοῦντι τὰ δίκαια Plb. 27.9.11; ξυνειδὼς οὐ φράσεις; S. OT 330; ἵνα τούτῳ ταῦτα συνειδῶμεν Pl. Prt. 348b; ἐρῶ . . ἃ σύνοιδα αὐτῷ X. Mem. 2.7.1; οὐκ αἰσχυνοῦμαι . . εἰπεῖν (v.l.) ἅπασιν ὅσα σύνοιδʼ αὐτῷ κακά Ar. Fr. 200; ξύνοιδʼ ἄντροισιν αἰσχύνην τινά E. Ion 288; θνῄσκοντι συνείσῃ (cj. Reiske for συνοίσῃ) thou wilt witness my death, S. Ph. 1085 (lyr.); διὰ δικαιοσύνην, τήν οἱ ἄλλην συνῄδεε ἐοῦσαν Hdt. 7.164; τοιοῦτον αὐτοῖς Ἄρεος εὔβουλον πάγον ἐγὼ ξυνῄδη χθόνιον ὄνθʼ S. OC 948; δύʼ ἡμῶν ἢ τρία κακὰ ξυνειδὼς εἶπε δρώσας μυρία (sc. Εὐριπίδης) Ar. Th. 475, cf. 553; ἀφανίζει τὸν παῖδα, ὃς συνῄδει περὶ τῶν χρημάτων Isoc. 17.11, cf. Men. Epit. 210; τῆς ἁρπαγῆς τοῦ παιδὸς εἰ ξύνοισθά τι, ταχέως λέγειν χρή Antiph. 74.3; καὶ τίνα σύνοισθά μοι καλουμένῃ βροτῶν; A. Ch. 216; σύνοιδʼ Ὀρέστην πολλά σʼ ἐκπαγλουμένην ib. 217; σύνοιδα τοῖς πλείστοις αὐτῶν ἥκιστα χαίρουσι I can bear witness that most of them are far from pleased . . , Isoc. 7.50; with a mixture of dat. and acc.constr., συνίσασι γὰρ αὐτῷ . . καθιστάμενον, ἐκ δὲ τούτων . . δυνάμενον Id. 15.120; ἐγώ σοι σ. . . ἀνιστάμενον καὶ . . βαδίζοντα καὶ ἀναπείθοντα X. Oec. 3.7; freq. with reflex. Pron. in dat., ἔμʼ αὔτᾳ τοῦτο σύνοιδα Sapph. 15; ἐξ ὧν αὐτὸς σύνοισθα σαυτῷ ἐν τῇ τῶν γραμμάτων μαθήσει from your experience of yourself . . , Pl. Tht. 206a; σύνοιδʼ ἐμαυτῇ πολλὰ ( δείνʼ) Ar. Th. 477, cf. X. Mem. 2.9.6, Pl. R. 331a; ξυνειδέναι τί μοι δοκεῖς σαυτῷ καλόν Ar. Eq. 184; πολλὴν ἑαυτοῖς συνειδέναι ἀσέβειαν X. Ap. 24; συνειδὼς ἐμαυτῷ ἀμαθίαν Pl. Phdr. 235c; τὴν πατρίδα, εἰς ἢν τοσαύτην εὔνοιαν ἐμαυτῷ σύνοιδα D. Ep. 2.20; σ. ἑαυτοῖς ἄγνοιαν Arist. EN 1095a25; σ. αὑτῷ τὴν δειλίαν Id. HA 618a26; μηδὲν ἑαυτοῖς ἄτοπον συνειδέναι Socr. ap. Stob. 3.24.13, cf. Isoc. 3.59, LXX Jb. 27.6, 1 Ep.Cor. 4.4; συνειδότες αὑτοῖς with full consciousness, Polystr. p.15 W.:—with part.