Scaife ATLAS

CTS Library / Ματθαίος

Ματθαίος (4.24)

urn:cts:greekLit:tlg0031.tlg001.perseus-grc2:4.24
Refs {'start': {'reference': '4.24', 'human_reference': 'Chapter 4 Verse 24'}}
Ancestors [{'reference': '4'}]
Children []
prev
plain textXML
next

καὶ ἀπῆλθεν ἀκοὴ αὐτοῦ εἰς ὅλην τὴν Συρίαν· καὶ προσήνεγκαν αὐτῷ πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας ποικίλαις νόσοις καὶ βασάνοις συνεχομένους, δαιμονιζομένους καὶ σεληνιαζομένους καὶ παραλυτικούς, καὶ ἐθεράπευσεν αὐτούς.

Tokens

καὶ 1 w 3
ἀπῆλθεν 1 w 10
1 w 11
ἀκοὴ 1 w 15
αὐτοῦ 1 w 20
εἰς 1 w 23
ὅλην 1 w 27
τὴν 1 w 30
Συρίαν 1 w 36
καὶ 2 w 40
προσήνεγκαν 1 w 51
αὐτῷ 1 w 55
πάντας 1 w 61
τοὺς 1 w 65
κακῶς 1 w 70
ἔχοντας 1 w 77
ποικίλαις 1 w 86
νόσοις 1 w 92
καὶ 3 w 95
βασάνοις 1 w 103
συνεχομένους 1 w 115
δαιμονιζομένους 1 w 131
καὶ 4 w 134
σεληνιαζομένους 1 w 149
καὶ 5 w 152
παραλυτικούς 1 w 164
καὶ 6 w 168
ἐθεράπευσεν 1 w 179
αὐτούς 1 w 185

Dictionary Citations

LSJ

ἀπέρχομαι
5 spread abroad, ἀπῆλθεν ἡ ἀκοὴ αὐτοῦ εἰς Συρίαν Ev.Matt. 4.24.
βάσανος
2 agony of battle, ἡ κατὰ τὸ ἔργον β. S.E. M. 6.24; tortures of disease, Ev.Matt. 4.24; cf. ἐπάγρυπνος β. Vett.Val. 211.28; also ψυχικαί Id. 182.19; torments of hell, Ev.Luc. 16.23.
δαιμονίζομαι
III to be possessed by a demon or evil spirit, Ev.Matt. 4.24, al., Plu. QConv. 2.706d.
κακός
D Adv. κακῶς ill, ἢ εὖ ἦε κακῶς Il. 2.253, etc.; κακῶς ποιεῖν τινα to treat one ill; κακῶς ποιεῖν τι to hurt, damage a thing; κακῶς ποιεῖν τινά τι to do one any evil or harm; κ. πράσσειν to fare ill, A. Pr. 266, etc.; κάκιον ἢ πρότερον πράττειν And. 4.11; κ. ἔχειν Ar. Ra. 58, etc.; of illness, Ev.Matt. 4.24; rarely κακῶς πάσχειν A. Pr. 759, 1041 (anap.); χρῆν Κανδαύλῃ γενέσθαι κ. Hdt. 1.8; κ. ὄλοισθε S. Ph. 1035, etc.; with play on two senses, ὡς κ. ἔχει ἅπας ἰατρός, ἂν κ. μηδεὶς ἔχῃ Philem.Jun. 2; κ. ἐρεῖν τινά, λέγειν τὴν πόλιν, Mimn. 7.4, Ar. Ach. 503; κ. εἰδότες, = ἀγνοοῦντες, X. Cyr. 2.3.13, Isoc. 8.32, cf. Hyp. Eux. 33; κακῶς ἐκπέφευγα I have barely escaped, D. 21.126: Comp. κάκιον Hdt. 1.109, S. OT 428, And. l.c., Pl. Mx. 236a, etc.: Sup. κάκιστα Ar. Ra. 1456, Pax 2, Pl. R. 420b, etc.
παραλυτικός
paralytic, Ev.Matt. 4.24, Dsc. 1.16, Ruf. ap. Orib. 8.39.8.
σεληνιάζομαι
to be moonstruck, i.e. epileptic, Ev.Matt. 4.24, 17.15, Vett.Val. 113.10.