Scaife ATLAS

CTS Library / Κατ᾽ Ἀθηνογένους

Κατ᾽ Ἀθηνογένους (7)

urn:cts:greekLit:tlg0030.tlg003.perseus-grc2:7
Refs {'start': {'reference': '7', 'human_reference': 'Section 7'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ἦν δέ, ἄνδρες δικασταί, ὡς ἔοικεν, ἐνταῦθα ἐπιβουλὴ καὶ τὸ πλάσμα τὸ μέγα. εἰ μὲν γὰρ ἐπʼ ἐλευθερίᾳ καταβάλλοιμι αὐτῶν τὸ ἀργύριον, τοῦτο μόνον ἀπώλλυον δοίην αὐτῷ, ἀλλʼ οὐδὲν δεινὸν ἔπασχον· εἰ δὲ πριαίμην ὠνῇ καὶ πράσει, ὁμολογήσας αὐτῷ τὰ χρέα ἀναδέξεσθαι,[*] ὡς οὐθενὸς ἄξια ὄντα, διὰ τὸ μὴ προειδέναι, καὶ τοὺς πληρωτὰς τῶν ἐράνων ἐν ὁμολογίᾳ λαβών· ὅπερ ἐποίησεν.

Tokens

ἦν 1 w 2
δέ 1 w 4
1 w 6
ἄνδρες 1 w 12
δικασταί 1 w 20
ὡς 1 w 23
ἔοικεν 1 w 29
ἐνταῦθα 1 w 37
1 w 38
ἐπιβουλὴ 1 w 46
καὶ 1 w 49
τὸ 1 w 51
πλάσμα 1 w 57
τὸ 2 w 59
μέγα 1 w 63
εἰ 1 w 66
μὲν 1 w 69
γὰρ 1 w 72
ἐπʼ 1 w 75
ἐλευθερίᾳ 1 w 84
καταβάλλοιμι 1 w 96
αὐτῶν 1 w 101
τὸ 3 w 103
ἀργύριον 1 w 111
τοῦτο 1 w 117
μόνον 1 w 122
ἀπώλλυον 1 w 130
1 w 131
δοίην 1 w 136
αὐτῷ 1 w 140
ἀλλʼ 1 w 145
οὐδὲν 1 w 150
δεινὸν 1 w 156
ἔπασχον 1 w 163
εἰ 2 w 166
δὲ 2 w 168
πριαίμην 1 w 176
ὠνῇ 1 w 179
καὶ 2 w 182
πράσει 1 w 188
ὁμολογήσας 1 w 199
αὐτῷ 2 w 203
τὰ 1 w 205
χρέα 1 w 209
ἀναδέξεσθαι 1 w 220
ἀναδέξεσθαι 2 w 232
Blass 1 w 237
ἀναδέξασθαι 1 w 249
P 1 w 250
ut 1 w 253
vid 1 w 256
sed 1 w 261
littera 1 w 268
a 3 w 269
dubia 1 w 274
Kenyon 1 w 282
et 1 w 285
in 1 w 287
add 1 w 290
Jensen 1 w 297
ὡς 2 w 300
οὐθενὸς 1 w 307
ἄξια 1 w 311
ὄντα 1 w 315
δ 11 w 317
ιὰ 1 w 319
τὸ 4 w 321
μὴ 1 w 323
π 8 w 324
ρο 1 w 326
ειδέναι 1 w 333
καὶ 3 w 337
τοὺς 1 w 341
πληρωτὰς 1 w 349
τῶν 2 w 352
ἐράνων 1 w 358
ἐν 2 w 360
ὁμολογίᾳ 1 w 368
λαβών 1 w 373
ὅπερ 1 w 378
ἐποίησεν 1 w 386

Dictionary Citations

LSJ

παραδέχομαι
4 admit, allow, τὴν ἀπαγωγήν Lys. 13.86, cf. Pl. Tht. 155c, Lg. 935d; π. σκῆψιν Hyp. Eux. 7; π. τὸν λόγον accept the definition, Pl. Chrm. 162e, cf. Arist. Cat. 4a28; recognize as correct, agree to, συντίμησιν BGU 1119.54 (i B. C.); τὸ δαπανηθέν PFay. 125.10 (ii A. D.).
σκῆψις
pretext, plea, excuse, τοιάδε μέντοι σ. οὐ δόλον φέρει A. Ag. 886; μὴ σ. οὐκ οὖσαν τίθης S. El. 584: c. gen., κατὰ φόνου τινὰ σ. pleading some murder as an excuse, Hdt. 1.147; σ. τοῦ μὴ τὰ δέοντα ποιεῖν a plea, excuse for not doing, D. 1.6; σ. ἡ νόσος . . ἔδοξεν pretence, Luc. Merc.Cond. 31; σκῆψιν ποιεῖσθαί τι to use as an excuse, Hdt. 5.30; πρὸς Ἕλληνάς σφι σ. ἐπεποίητο Id. 7.168; ἔχω σ. εὐπρεπεστάτην Id. 3.72; ἐς ἄνδρα σ. εἶχʼ ὀλωλότα (sc. τὰ τέκνα) E. El. 29; σ. προτείνειν, δεικνύναι, ib. 1067, Med. 744; φέρειν PCair.Zen. 110.5 ( iii B.C., pl.); τοῖς νέοις σκῆψιν φέρει E. IT 122; σκήψεις καὶ προφάσεις ἐρεῖ D. 19.100; opp. σ. ἐσδέχεσθαι, Ar. Ach. 392; σ. παραδέχεσθαι Hyp. Eux. 7; εὑρίσκειν D. 21.81; διδόναι Arist. Top. 131b11; προβαλέσθαι, πορίσασθαι, etc., Plb. 5.56.7, 5.2.9, etc.: acc. as Adv., σκῆψιν . . ἐλήλυμεν, ὡς . . Cratin. 235.
ταχύς
3 τὴν ταχίστην (in full, τὴν τ. ὁδόν X. An. 1.2.20, Luc. Rh.Pr. 4) as Adv., by the quickest way, i.e. most quickly, Hdt. 1.24, 73, 81, 86, Hyp. Eux. 7, Men. Pk. 75, Plb. 1.33.4, etc. (Cf. Lith. (dial.) deñgti, Lett. diêgt, both = ‘run quickly’, Polish dążyć ‘hurry’.)
ὑπωμοσία
1 oath or affidavit showing good ground for the absence of a party to a suit, application for delay, D. 21.84 (pl.), v. Harp. s. v.; ὑπωμοσίαν παραδέχεσθαι Hyp. Eux. 7; cf. ἀνθυπόμνυμι.