2
put firm trust in a thing, rely on it, τῷ ξυνῷ πάντων Heraclit. 114; λόγῳ Lys. 6.35; διαθήκαις Is. 1.3; τῷ νόμῳ Hyp. Eux. 4, D. 33.27; παρασκευῇ Id. 44.3, cf. Isoc. 17.24; feel confidence, Antipho 5.76.
a
aor., to express an action preceding the action of the anteced. clause, the Verb in which is fut. (or some equiv. of the fut.) or imper., οὐ γαμέεται παρθένος οὐδεμία, πρὶν ἂν τῶν πολεμίων ἄνδρα ἀποκτείνῃ Hdt. 4.117, cf. 1.82 (v.l.), 3.109 (v.l.); νῦν δʼ οὐδέν ἐστι τέρμα μοι προκείμενον μόχθων (the sense here is fut.), πρὶν ἂν Ζεὺς ἐκπέσῃ τυραννίδος A. Pr. 756, cf. 166 (lyr.), 177 (anap.); οὐ γάρ ποτʼ ἔξει τῆσδε τῆς χώρας, πρὶν ἂν . . στήσῃς ἄγων S. OC 909, cf. 48, 1041, OT 1529, etc.; οὐκ ἂν ἐκμάθοις . . , πρὶν ἂν θάνῃ τις Id. Tr. 2; οὐκ ἄπειμι πρὸς δόμους πάλιν, πρὶν ἄν σε . . ἔξω βάλω E. Med. 276, cf. 680, Alc. 1145, IA 324, IT 19, 1302; μὴ προκαταγίγνωσκε . . , π. ἄν γʼ ἀκούσῃς ἀμφοτέρων Ar. V. 920, cf. Ach. 176, 230, X. Hier. 6.13, Cyr. 1.2.8, An. 1.1.10, 5.7.12, Pl. Phdr. 228c, La. 187e ( ἂν added in later codd.), etc.; μηδένʼ ὀλβίζειν π. ἂν τέρμα τοῦ βίου περάσῃ S. OT 1529 (troch.); οὐχὶ μὴ παύσησθε, π. ἄν . . ὑμᾶς τις ἐκτραχηλίσῃ Ar. Lys. 704: π. without ἄν, μὴ στέναζε, π. μάθῃς S. Ph. 917, cf. Ant. 619 (lyr.), Aj. 742, 965, Tr. 608, 946; οὐκ ἔστιν ὅστις αὐτὸν ἐξαιρήσεται . . , π. γυναῖκʼ ἐμοὶ μεθῇ E. Alc. 849, cf. Or. 1218, 1357 (lyr.); π. χαρίσωνται Ar. Ec. 629 (s.v.l.); οὐ γὰρ δή σφεας ἀπίει τῆς ἀποικίης, πρὶν δὴ ἀπίκωνται Hdt. 4.157; π. διαγνῶσι Th. 6.29; π . . . βεβαιωσώμεθα ib. 10 (dub.l.); πρὶν ἀνάγκην τινὰ θεὸς ἐπιπέμψῃ Pl. Phd. 62c codd.; π. ἐξετάσωσιν Hyp. Eux. 4: πρὶν ἤ (never with ἄν) , π. ἢ ἀνορθώσωσι Hdt. 1.19, cf. 136, Pl. Ti. 57b, etc.: with neg. implied, ὁ δὲ ἀδικέει ἀναπειθόμενος π. ἢ ἀτρεκέως ἐκμάθῃ Hdt. 7.10.ηʹ; αἰσχρὸν ἡγοῦμαι πρότερον παύσασθαι, π. ἂν . . ψηφίσησθε Lys. 22.4; ὅστις οὖν οἴεται τοὺς ἄλλους πράξειν τι . . , π. ἂν . . διαλλάξῃ, λίαν ἁπλῶς ἔχει Isoc. 4.16 (where ὅστις οὖν οἴεται = οὐ δεῖ οὔεσθαι, as is shown by ἀλλὰ δεῖ in the next sentence, cf. D. 38.24).