LSJ
I
make to stand, imper. ἵστη Il. 21.313, E. Supp. 1230, καθ-ίστα Il. 9.202: impf. ἵστην, Ep. ἵστασκε Od. 19.574; 3 pl. ἵσταν B. 10.112: fut. στήσω, Dor. στᾱσῶ Theoc. 5.54: aor. 1 ἔστησα, Ep. 3 pl. ἔστᾰσαν for ἔστησαν dub. in Od. 18.307, 3.182, 8.435, al. (v. ἔστᾰσαν): hence, in late Poets, ἔστᾰσας, ἔστᾰσε, AP 9.714, 708 ( Phil.): aor. 1 Med. ἐστησάμην (never intr.), v. infr. A.ΙΙΙ.2, 3: pf. ἕστᾰκα Cerc. 3, ( καθ-) Hyp. Eux. 28, UPZ 112.5 (ii B.C.), ( περι-) Pl. Ax. 370d, ( ἀφ-) LXX Je. 16.5, ( παρ-) Phld. Rh. 1.9S., al., ( συν-) S.E. M. 7.109; also ἕστηκα (v. infr.) in trans. sense, ( δι-) Arist. Vent. 973a18, ( ἀφ-) v.l. in LXX l.c.; ἑστακεῖα trans. in Test.Epict. 1.25.
A
Act., in pres., impf., fut., and pf. καθέστᾰκα Hyp. Eux. 28, LXX Je. 1.10, D.H. Dem. 54, D.S. 32.11, etc.; once καθέστηκα PHib. 1.82i14 (iii B. C.): plpf. -εστάκει Demetr. Sceps. ap. Ath. 15.697d:—also in Med., fut. ( Paus. 3.5.1), aor. 1, more rarely pres. (infr. A. II.2):— set down, κρητῆρα καθίστα Il. 9.202; νῆα κατάστησον bring it to land, Od. 12.185; κ. δίφρους place, station them, before starting for the race, S. El. 710; ποῖ [ δεῖ] καθιστάναι πόδα; E. Ba. 184; κ. τινὰ εἰς τὸ φανερόν X. An. 7.7.22; set up, erect, of stones, Inscr.Cypr. 94, 95 H.:— Med., [ λαῖφος] κατεστήσαντο βοεῦσι steadied it, h.Ap. 407.
3
bring into a certain state, τινὰ ἐς ἀπόνοιαν Th. 1.82; ἐς ἀπορίαν Id. 7.75; εἰς ἀνάγκην Lys. 3.3; εἰς αἰσχύνην Pl. Sph. 230d; εἰς ἐρημίαν φίλων Id. Phdr. 232d; εἰς ἀγῶνα Id. Ap. 24c; τινὰ εἰς ἀσφάλειαν Isoc. 5.123; τίνας εἰς ἀγῶνα καθέστακα; Hyp. Eux. 28, cf. Lycurg. 2; κ. τινὰ ἐν ἀγῶνι καὶ κινδύνῳ Antipho 5.61; τὴν πόλιν ἐν πολέμῳ Pl. Mx. 242a; τοὺς φίλους ἐν ἀκινδύνῳ X. Cyr. 4.5.28; κ. ἑαυτὸν ἐς κρίσιν present himself for trial, Th. 1.131, cf. Lycurg. 6; κ. τινὰ εἰς τοὺς ἀρχικούς reckon him as one of . . , X. Mem. 2.1.9.
5
π. τοσοῦτον ἦλθε κινδύνου, = παρῆλθε τοσοῦτον κινδύνου, passed over so much ground within the sphere of danger, i.e. incurred such imminent peril, Id. 3.49, cf. 7.2; in such phrases the tmesis was forgotten, and the acc. came to be governed by παρά, which thus came to mean ‘ by such and such a margin’, ‘ with so much to spare’, ἐνίκησαν π. πολύ, ἡσσηθέντες π. πολύ, Id. 1.29, 2.89, cf. Pl. Ap. 36a; παρὰ δʼ ὀλίγον ἀπέφυγες only just, E. IT 870 (lyr.); παρʼ ὀλίγον ἢ διέφευγον ἢ ἀπώλλυντο Th. 7.71; δεινότατον π. πολύ by far, Ar. Pl. 445; παρʼ ὅσον quatenus, Luc. Nec. 17, etc.; π. δύο ψήφους ἀπέφυγε by two votes, Hyp. Eux. 28, cf. D. 23.205; π. τέτταρας ψήφους μετέσχε τῆς πόλεως Is. 3.37; π. τοσοῦτον ἐγένετο αὐτῷ μὴ περιπεσεῖν by so much (= little) he missed falling in with . . , Th. 8.33; π. πέντε ναῦς πλέον ἀνδρὶ ἑκάστῳ ἢ τρεῖς ὀβολοὶ ὡμολογήθησαν ib. 29; οὐ π. μικρὸν ἐποίησαν they made no little difference, Isoc. 4.59.
II
use, pres. once in Hom., abs., ἑξει μιν καὶ πέντε περιπλομένους ἐνιαυτοὺς χρεώμενος Il. 23.834: later mostly c. dat. (for acc. v. infr. VI), ἀκμαζούσῃ τῇ ῥώμῃ τῶν χειρῶν χρώμενος Antipho 4.3.3; ἐσθῆτι τοιῇδε χρέωνται Hdt. 1.195, cf. 202, Ar. Ra. 1061 (anap.); διφασίοισι γράμμασι χ. Hdt. 2.36; τοῖσι οὐνόμασι τῶν θεῶν ib. 52; πλατυτέροισι ἐχρέωντο τοῖσι πόμασι, ἐκ φρεάτων χρεώμενοι ib. 108; τοῖσι ἐποποιοῖσι χρεώμενον λέγειν ib. 120; ὅστις ἐμπύρῳ χρῆται τέχνῃ consults burnt offerings, E. Ph. 954; χ. ἀργυρίῳ make use of money, Pl. R. 333b; ἀργύρῳ Ar. Ec. 822; χ. ἵπποις manage them, X. Smp. 2.10; χ. ἰχθύσι use for food, Plu. QConv. 2.668f; οἴνῳ χ. ἐπὶ πλέον ib. 715d; χ. ναυτιλίῃσι, θαλάσσῃ, Hdt. 2.43, Th. 1.3; ὠνῇ καὶ πρήσι Hdt. 1.153; δρασμῷ Aeschin. 3.21; τέχναις X. Mem. 3.10.1, Oec. 4.4; τῇ τέχνῃ POxy. 1029.25 (ii A. D.); χρώμενοι τῇ πόλει taking a part in politics, E. Ion 602; ἐκκλησίαισιν ἦν ὅτʼ οὐκ ἐχρώμεθα Ar. Ec. 183; ἄλλον τρόπον τῇ πολιτείᾳ κέχρημαι, = πεπολίτευμαι, Hyp. Eux. 28; φωνὴν δυναμένην ὄχλῳ χρῆσθαι Isoc. 5.81; τῇ τραπέζῃ τῇ τοῦ πατρὸς ἐχρῆτο he had dealings with my fatherʼs bank, D. 52.3; χ. τοῖς πράγμασι καὶ τοῖς καιροῖς administer them, Isoc. 6.50.