LSJ
1
π. τινός for an object—from the notion of the thingʼs lying in the middle to be fought about, π. τῶνδε for these prizes, Il. 23.659 ; π. πτόλιος . . μαχήσεται 18.265 ; π. Πατρόκλοιο θανόντος ib. 195, cf. 17.120; π. σεῖο 3.137 ; π. νηὸς ἔχον πόνον 15.416; ἀμύνεσθαι π. πάτρης, π. νηῶν, π. τέκνων, 12.243, 142, 170, etc.; δόλους καὶ μῆτιν ὕφαινον, ὥς τε π. ψυχῆς since it was for my life, Od. 9.423 ; π. ψυχῆς θέον Ἕκτορος Il. 22.161 ; π. ψυχέων ἐμάχοντο Od. 22.245; in Prose, τρέχειν π. ἑωυτοῦ, π. τῆς ψυχῆς, Hdt. 7.57, 9.37; ἀγῶνας δραμέονται π. σφέων αὐτῶν Id. 8.102; νεναυμάχηκε τὴν π. τῶν κρεῶν Ar. Ra. 191 ; < τὸν> π. τοῦ παντὸς δρόμον θέοντες Hdt. 8.74; κινδυνεύειν π. τινός ibid., etc.; οὐ π. τῶν ἴσων ὁ κίνδυνός ἐστι X. HG 7.1.7; and without a Verb, π. γῆς ὅρων διαφοραί Th. 1.122; π. πάντων ἀγαθῶν ὁ ἀγών X. Cyr. 3.3.44, cf. S. Aj. 936 (lyr.), etc.; μάχη π. τινός Pl. Tht. 179d ; ἐπειγόμενοι π. νίκης Il. 23.437, cf. 639, Hdt. 8.26 ; πεῖραν θανάτου π. καὶ ζωᾶς ἀναβάλλεσθαι Pi. N. 9.29 ; π. θανάτου φεύγειν Antipho 5.95 ; but ἐρίσσαι π. μύθων contend about speaking, i. e. who can speak best, Il. 15.284 ; καὶ ἀθανάτοισιν ἐρίζεσκον π. τόξων Od. 8.225, cf. 24.515.
1
more, πλεῦν ἔτι τούτου Hdt. 2.19, etc.; εἴ τι ἐνορῶ πλέον Id. 1.89; τὸ δὲ π. nay, what is more, E. Supp. 158 (Musgr. for τί δὲ . . ); to a greater extent, Th. 1.90, 7.57, etc.; πλέον or τὸ πλέον τινός a higher degree of a thing, τίς πλέον τᾶς εὐδαιμονίας φέρει; S. OT 1189 (lyr.); τὸ π. τοῦ χρόνου Th. 1.118, etc.; also τὸ π. ὃ ἀναφέρει the excess which he reports, PCair.Zen. 661 (iii B.C.); ᾧ πλεῖον the excess, prob. in PPetr. 2p.42 (iii B.C.), cf. PCair.Zen. 742.26 (iii B. C.); πλέον ἔχειν to have the advantage, have the best of it, like πλεονεκτέω, c. gen., Hdt. 9.70, Pl. R. 343d, 349b, etc.; τὸ π. πάντων ἔχειν X. Cyr. 1.3.18: more fully, μοίρης πλεῖον ἔχειν Thgn. 606; π. τινὸς φέρεσθαι Hdt. 8.29; π. φέρεσθαι τῶν ἄλλων And. 4.4, etc.; π. ποιεῖν do some good, be successful, βουλοίμην ἂν πλέον τί με ποιῆσαι ἀπολογούμενον Pl. Ap. 19a; οὐδὲν π. ποιήσειν, -ῆσαι, And. 1.149, 4.7, cf. Pl. Phd. 115c, etc.; παραινοῦσʼ οὐδὲν ἐς π. ποιῶ S. OT 918; οὐδὲν π. ὀψοφαγῶν ποιήσεις Ath. 8.344b; οὐδὲν εἴργασμαι π. E. Hipp. 284; οὐδὲν π. πρᾶξαι Id. IA 1373, And. 4.20, etc.; οὐδὲν ἐπίσταμαι π. have no superior knowledge, Pl. Tht. 161b; τί πλέον; what more, i.e. what good or use is it? Antipho 5.95, etc.; τί π. πλουτεῖν . . πάντων ἀποροῦντας; Ar. Pl. 531; τί σοι π. λυπουμένῃ γένοιτʼ ἄν; E. Hel. 322; τί π. ἔστʼ εἰς τέκνα πονεῖν; Supp.Epigr. 1.567.1 ( Karanis, iii B.C.), cf. AP 7.261.1 ( Diotim.); also οὐδὲν ἦν π. τοῖς πεπονθόσιν Lys. 19.4 (= And. 1.7), cf. D. 35.31; ὧν οὐδέν μοι π. γέγονε Isoc. 15.28; οὐδέν γέ σοι π. ἔσται Pl. R. 341a; τί τὸ π.; Epigr.Gr. 306 a.3; ἐπὶ πλέον as Adv., more, further, Hdt. 2.171, 5.51, Th. 6.54, Pl. Phdr. 261b, etc.: c. gen., beyond, ἐπὶ π. τῶν ἄλλων ἰσχύσας Th. 1.9 (but, ἐπὶ τὸ π. ἵκεο μοίσας to surpassing height in . . , Theoc. 1.20); also ὅταν τις ἐς π. πέσῃ τοῦ θέλοντος S. OC 1219 codd. (lyr.); περὶ πλείονος ποιεῖσθαι, v. περί A. IV.
IV
pres. and impf., but cf. Lys. 12.4 (v. infr.)), to be accused or prosecuted at law: ὁ φεύγων the accused, defendant, Ar. V. 893, Pl. R. 405b, etc.; opp. διώκω, οὔτε φεύγων ἁλοὺς οὔτε διώκων ἡττηθείς D. 23.66; c. acc., φ. γραφάς, δίκην, Ar. Eq. 442 (lyr.), Nu. 167; ὑπό τινος δίκας φ. Pl. Ap. 19c, cf. D. 49.1; οὐδενὶ πώποτε οὔτε ἡμεῖς οὔτε ἐκεῖνος δίκην οὔτε ἐδικασάμεθα οὔτε ἐφύγομεν Lys. l.c.; φ. ἀπολογίας Aeschin. 3.201; the crime being added in gen., φόνου δίκην φ. Antipho 5.9; γραφὰς φ. παρανόμων D. 18.235; more freq. c. gen. only, φ. φόνου to be charged with murder, Lys. 10.31, Lycurg. 133, etc.; φ. δειλίας Ar. Ach. 1129; ξενίας Id. V. 718 (anap.); with gen. of the penalty, ἐὰν . . φεύγῃ δεσμῶν OGI 218.92 ( Ilium, iii B. C.); also περὶ θανάτου φ. Antipho 5.95; φ. ἐπὶ μηνύσει τινός And. 1.18; ἀσεβείας φ. ὑπό τινος is accused of impiety by . . , Pl. Ap. 35d; rarely of things, τὸ φεῦγον ψήφισμα the decree that is on its defence, the decree in question, D. 23.58:—in Hdt. 7.214 αἰτίην φ. has the older sense, flee from a charge, quit oneʼs country on account of a charge.