LSJ
hinder, prevent, τινὰ μὴ ποιεῖν Hdt. 8.144, cf. Lys. 20.36; δ. σε ὀρφανὸν εἶναι E. Hec. 148; δ. τὰ ἱερὰ μὴ γίγνεσθαι Antipho 5.82; δ. ἄδικα γίγνεσθαι Pl. Ap. 31e; δ. τινά Th. 8.92, Ev.Matt. 3.14; δ. τινά τι (sc. ποιεῖν) Pl. Ep. 315d; δ. τινά τινος D.S. 20.79; δ. φόνον S. OC 1771 (lyr.); δ. τὸ πρᾶγμα Alc.Com. 3, cf. Arist. EN 1159b6:— Pass., Th. 1.101; διακωλυθεὶς τοῦ σκοποῦ τυχεῖν Antipho 3.2.7: ἃ διεκωλύθη (sc. ποιεῖν) D. 18.60.
2
manifest, evident, κ. ποιέειν τι Hdt. 2.120, cf. Isoc. 11.4, Pl. Grg. 453c, X. Cyr. 1.6.14, etc.; κ. ἐστί τι, γίγνεταί τι Hp. Off. 3: Comp., Pl. Lg. 812a: Sup., Id. Tht. 186e, etc.: freq. c. part., καταφανέες εἰσὶ ἁμαρτάνοντες Hp. VM 1; κ. ἦντῇ βουλῇ αὐτὸς θεὶς τὴν ἱκετηρίαν And. 1.116, cf. Aeschin. 2.39, Isoc. 2.1; κ. ἐγένοντο οὐχ ὅσιοι ὄντες Antipho 5.82, cf. Plb. 7.12.8; καταφανέστερος εἶναι κακουργῶν Th. 5.16; κ. ἐστί τις, ὅτι . . Pl. Plt. 265d, R. 506b; κ. γίγνονται, ὅτι . . X. Oec. 1.20; κ. ποιεῖν τινα Antiph. 235.6. Adv. - νῶς evidently, plainly, Ar. Eq. 943, D. 35.27; καταφανέστερον ἢ ὥστε λανθάνειν too manifestly to escape detection, Th. 8.46.
3
venture, hazard, τοὺς ἐσχάτους κινδύνους Antipho 5.82; κινδύνευμα Pl. R. 451a; μάχην Aeschin. 2.169; τὴν ψευδομαρτυρίαν hazard a prosecution for perjury, D. 41.16 codd. ( τῶν-ιῶν Blass):— Pass., to be ventured or hazarded, μεταβολὴ κινδυνεύεται there is risk of change, Th. 2.43; ὁποτέρως ἔσται, ἐν ἀδήλῳ κινδυνεύεται remains in hazardous uncertainty, Id. 1.78; τὰ μέγιστα κινδυνεύεται τῇ πόλει D. 19.285; κεκινδυνευμένον a venturous enterprise, Pi. N. 5.14; τὰ κινδυνευθέντα, = τὰ κινδυνεύματα, Lys. 2.54; τῶν ἤδη σφίσι καλῶς κεκινδυνευμένων Arr. An. 2.7.3; τὸ φιλοπόλεμον καὶ κεκ. D.S. 2.21.
use customarily, practise, ἓν τόδε ἴδιον νενομίκασι Hdt. 1.173; ν. γλῶσσαν to have a language in common use, ib. 142; φωνήν Id. 2.42; οὔτε ἀσπίδα οὔτε δόρυ Id. 5.97; πανήγυριν, πληγὴν ἐν τῇ ὁρτῇ, Id. 2.63; ταῦτα . . Ἕλληνες ἀπʼ Αἰγυπτίων νενομίκασι have adopted these customs from the Egyptians, ib. 51, cf. 4.27; ἱπποτροφίας ἐν Πανελλάνων νόμῳ Pi. I. 2.38; ἀργυροστερῆ βίον A. Ch. 1003(989); ν. θειότατον νόμον Gorg. Fr. 6D.; ν. ἐκκλησίαν have a regular popular assembly, Arist. Pol. 1275b7; ἀγορᾶς κατασκευὴν ν. (cj. for ὀνομάζουσιν) ib. 1331a32; δραχμὰς ἇν Τροζάνιοι νομίζοντι IG 42(1).77.16 ( Epid., ii B.C.):—freq. in Pass., to be customary, οὔτω τοῦτο νομίσδεται Alc. Supp. 24; ὅπου τὸ χαίρειν μηδαμοῦ νομίζεται A. Eu. 423; σωφροσύνη ʼνενόμιστο was the fashion, Ar. Nu. 962: impers., εἰκῇ νομίζεται Xenoph. 2.13; ὡς νομίζεται as is the custom, A. Eu. 32, E. Alc. 99 (lyr.), etc.; οἷάπερ ν. A. Ag. 1046; οἷα τοῖς κάτω νομίζεται S. El. 327, cf. 691; ᾗ νομίζεται Id. OC 1603: part. νομιζόμενος customary, γέρα τὰ ν. Th. 1.25; εὐχαὶ αἱ ν. Id. 6.32; εἰς τὸν ν. χρόνον IG 1(2).19.15; τὰ ν. customs, usages, Hdt. 1.35, 5.42, Ar. Pl. 1185; τὰ ν. μυστήρια Heraclit. 14; τὰ ἱερὰ τὰ ν. Antipho 5.82; συντελέσαι τὰ ν. τοῖς θεοῖς IG 1(2).22.4, cf. 54.16; τὰ τοῖς θεοῖς ν. X. Cyr. 4.5.14; freq. of funeral rites, τὰ ν. ποιεῖν Aeschin. 1.13, cf. Isoc. 19.33; ἐπειδὴ τὰ ν. αὐτῷ φέροιτο D. 18.243: also aor. part., τό τοι νομισθὲν τῆς ἀληθείας κρατεῖ S. Fr. 86; τὰ ν. E. Ba. 71 (lyr.): pf. part., τὰ νενομισμένα τοῖς κατοιχομένοις PRyl. 153.6 (ii A.D.), cf. SIG 1109.34 (ii A.D.).
destroy together, μετά τινος Antipho 5.82; σ. τοὺς φίλους destroy oneʼs friends as well as oneself, Th. 6.12; συνηγόρους καλεῖν τοὺς συναπολοῦντάς τινα Hyp. Lyc. 19; σ. τὰ χρήματα lose the money also, D. 34.2; τινί τι one thing with another, Plu. Cat.Mi. 38:— Pass., perish together, Th. 2.60, Lys. 12.88: c. dat., Hdt. 7.221, Pl. Criti. 121a, Ep.Hebr. 11.31.
embark in together with, ξυνεισβὰς πλοῖον . . ναύταισι A. Th. 602; ταὐτὸν Ἀργῷον σκάφος E. Med. 477; εἰς τὸ πλοῖον Antipho 5.82.