Scaife ATLAS

CTS Library / Φαρμακείας κατὰ τῆς μητρυιᾶς

Φαρμακείας κατὰ τῆς μητρυιᾶς (31)

urn:cts:greekLit:tlg0028.tlg001.perseus-grc2:31
Refs {'start': {'reference': '31', 'human_reference': 'Section 31'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ἐμοὶ μὲν οὖν διήγηται καὶ βεβοήθηται τῷ τεθνεῶτι καὶ τῷ νόμῳ· ἐν ὑμῖν δʼ ἐστὶ σκοπεῖν τὰ λοιπὰ πρὸς ὑμᾶς αὐτοὺς καὶ δικάζειν τὰ δίκαια. οἶμαι δὲ καὶ τοῖς θεοῖς τοῖς κάτω μέλειν οἳ[*] ἠδίκηνται.

Tokens

ἐμοὶ 1 w 4
μὲν 1 w 7
οὖν 1 w 10
διήγηται 1 w 18
καὶ 1 w 21
βεβοήθηται 1 w 31
τῷ 1 w 33
τεθνεῶτι 1 w 41
καὶ 2 w 44
τῷ 2 w 46
νόμῳ 1 w 50
ἐν 1 w 53
ὑμῖν 1 w 57
δʼ 1 w 59
ἐστὶ 1 w 63
σκοπεῖν 1 w 70
τὰ 1 w 72
λοιπὰ 1 w 77
πρὸς 1 w 81
ὑμᾶς 1 w 85
αὐτοὺς 1 w 91
καὶ 3 w 94
δικάζειν 1 w 102
τὰ 2 w 104
δίκαια 1 w 110
οἶμαι 1 w 116
δὲ 1 w 118
καὶ 4 w 121
τοῖς 1 w 125
θεοῖς 1 w 130
τοῖς 2 w 134
κάτω 1 w 138
μέλειν 1 w 144
οἳ 1 w 146
οἳ 2 w 148
οἷʼ 1 w 152
Boekmeijer 1 w 162
ἠδίκηνται 1 w 172

Dictionary Citations

LSJ

βοηθέω
3 Pass., to be assisted, receive help, παρά τινος Arist. Rh. 1383b28; βοηθήσομαι LXX Da. 11.34, but βοηθηθήσομαι Is. 44.2; ἐβοήθην ib. 10.3, 2 Ch. 26.15 (v.l. ἐβοηθήθην) ; ἵνʼ ὦ βεβοηθημένη PRyl. 122.12 (ii A. D.); esp. of patients, derive benefit, Dsc. 4.82, Plu. QConv. 2.687f: impers., ἐμοὶ βεβοήθηται τῷ τεθνεῶτι Antipho 1.31; ταύτῃ μοι βεβοηθημένον ἐγεγόνει φιλοσοφίᾳ Pl. Ep. 347e.
μέλω
5 μηδέ σοι μελησάτω A. Pr. 334; οἶμαι θεοῖς τοῖς κάτω μέλειν, οἳ (nisi leg. οἷς) ἠδίκηνται Antipho 1.31.
σκοπέω
2 look to or into, consider, examine, τὰ ἑωυτοῦ σ. look to oneʼs own affairs, Hdt. 1.8; τὸ σεαυτοῦ Pl. Phdr. 232d; τὸ ὑμέτερον Antipho 4.2.8; καιρόν Th. 4.23; τὸ συμφέρον Pl. R. 342bsq.; τὸ πρὸς ποσί S. OT 130; τοὺς νόμους πρὸς τοὺς τῇδε with reference to the laws here, Pl. Ti. 24a; τι πρὸς ἐμαυτόν Id. Euthphr. 9c: abs., σκοπῶν εὕρισκον ἴασιν S. OT 68, cf. Ph. 282: folld. by an acc. and interrog. clause, or μή . . , σ. τὴν τελευτὴν κῇ ἀποβήσεται Hdt. 1.32, cf. S. Ph. 506, OT 407: folld. by an interrog. clause alone, σ. πόθεν χρὴ ἄρξασθαι And. 1.8; σ. εἰ . . S. Ant. 41, Pl. Lg. 862a ( Med.); ὅπως . . X. Cyr. 2.2.26: sts. c. gen. pers. as well as acc. or clause, σκόπει δὴ τόδε αὐτῶν Pl. Tht. 182a; πρῶτον αὐτῶν ἐσκόπει πότερα . . X. Mem. 1.1.12: folld. by a Prep., ἐξ ὧν ἀγγέλλουσι σκοποῦντες λογιεῖσθε τὰ εἰκότα Th. 6.36, cf. 1.1, X. An. 3.1.13; πρὸς τὸ ἄρχειν σκοπῶν λογίζομαι Id. Cyr. 1.6.8; σ. τὰ λοιπὰ πρὸς ὑμᾶς αὐτούς Antipho 1.31; ἀνομολογούμενοι πρὸς ἀλλήλους Pl. R. 348b; τόδε περὶ αὐτοῦ ib. 351b, etc.; τὴν ὀρθολογίαν περί τι Id. Sph. 239b: with Adv., abs., ὀρθῶς σ. E. Ph. 155; καιρίως Id. Rh. 339; ἄμεινον Pl. Smp. 219a.