LSJ
swear solemnly, declare on oath, esp. in courts of justice, c. fut. inf., ὅρκον αὑτῷ προσβαλὼν διώμοσεν, ἦ μὴν . . δουλώσειν S. Tr. 255; δ. κτείνειν ( κτενεῖν Cobet) Lycurg. 127:—more freq. in Med., διόμνῠμαι, fut. -ομοῦμαι: aor. -ωμοσάμην, vow, asseverate, S. Aj. 1233, Tr. 378: c. inf., Ῥωμύλον ἰδεῖν Plu. Num. 2; ζημιώσειν Id. Cam. 39: esp. of the διωμοσία (q. v.), δ. ὅρκον Antipho 5.12; ταῦτα διωμόσω ἐν τῇ ἀντιγραφῇ you swore to this in the oath you took in support of the indictment, Pl. Ap. 27c, cf. Lys. 3.4; δ. ὑπέρ τινος Antipho 1.28; ἠρνεῖσθε διομνύμενοι on oath, D. 18.286; διομόσασθαι τὸν υἱόν swear by his head, Id. 47.73; τοὺς θεούς Din. 1.47.
plot, contrive against, c. dat. pers. et acc. rei, ἐ. <κακὸν> πόλει Tyrt. 4.8; ἐπανάστασίν τινι Hdt. 3.119; θάνατόν τινι ib. 122, And. 4.15; τοὺς θανάτους τοῖς πέλας Antipho 1.28; κατάλυσιν τῇ τυραννίδι Th. 6.54.
II
Adv. - αίως A. Pr. 1077 (anap.), E. El. 26, etc.: Sup., ὡς μάλιστα δύνανται λαθραιότατα Antipho 1.28.
witness (not in Hom.), Hes. l.c., h.Merc. 372, Thgn. 1226, etc.; ἄμμιν μάρτυς ἔστω Ζεύς Pi. P. 4.167, cf. A. Eu. 664; ἁμέραι δʼ ἐπίλοιποι μ. σοφώτατοι Pi. O. 1.34; τούτων μάρτυρας καλῶ θεούς S. Tr. 1248, cf. E. Ph. 491; μάρτυρα θέσθαι τινά Id. Supp. 261; μ. θεοὺς ποιεῖσθαι Th. 4.87, etc.; μάρτυρι χρῆσθαί τινι Arist. Rh. 1375b30; μάρτυρας παρέχεσθαι produce witnesses, Pl. Grg. 471e, cf. D. 27.51, etc.; μάρτυρες παρίστανται X. Cyr. 1.6.16; μάρτυρα παράγεσθαι, μάρτυρας ἐπάγεσθαι, Pl. Lg. 836c, R. 364c; δικάζει ταῦτα μαρτύρων ὅπο A. Supp. 934; μαρτύρων ἐναντίον Antipho 1.28, Ar. Ec. 448; ἐν μάρτυσι Pl. Smp. 175e; τί δεῖται μάρτυρος; Id. R. 340a.
2
provide, procure, contrive, θανάτους τοῖς πέλας Antipho 1.28 ; τῇ νηῒ οἶνον καὶ ἄλφιτα Th. 3.49 ; πᾶσαν ἡμῖν εὐδαιμονίαν Pl. Smp. 188d, etc. ; ὀργὰς τοῖς ἀκούουσι κατά τινων π. Lys. 1.28 : in bad sense, get up, ἀντίδοσιν ἐπί τινα D. 28.17; produce, cause, τοὺς ὄγκους καὶ τὰ καύματα Diocl. Fr. 43. v. infr. B. I.2.