Scaife ATLAS

CTS Library / Φαρμακείας κατὰ τῆς μητρυιᾶς

Φαρμακείας κατὰ τῆς μητρυιᾶς (12)

urn:cts:greekLit:tlg0028.tlg001.perseus-grc2:12
Refs {'start': {'reference': '12', 'human_reference': 'Section 12'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

εἰ γὰρ τούτων ἐθελόντων διδόναι εἰς βάσανον ἐγὼ μὴ ἐδεξάμην, τούτοις ἂν ἦν ταῦτα τεκμήρια. τὸ αὐτὸ οὖν τοῦτο καὶ ἐμοὶ γενέσθω, εἴπερ ἐμοῦ θέλοντος ἔλεγχον λαβεῖν τοῦ πράγματος αὐτοὶ μὴ ἠθέλησαν δοῦναι. δεινὸν δʼ ἔμοιγε δοκεῖ εἶναι, εἰ ὑμᾶς μὲν ζητοῦσιν αἰτεῖσθαι ὅπως αὐτῶν μὴ καταψηφίσησθε, αὐτοὶ δὲ σφίσιν αὐτοῖς οὐκ ἠξίωσαν δικασταὶ γενέσθαι δόντες βασανίσαι τὰ αὑτῶν ἀνδράποδα.

Tokens

εἰ 1 w 2
γὰρ 1 w 5
τούτων 1 w 11
ἐθελόντων 1 w 20
διδόναι 1 w 27
εἰς 1 w 30
βάσανον 1 w 37
ἐγὼ 1 w 40
μὴ 1 w 42
ἐδεξάμην 1 w 50
τούτοις 1 w 58
ἂν 1 w 60
ἦν 1 w 62
ταῦτα 1 w 67
τεκμήρια 1 w 75
τὸ 1 w 78
αὐτὸ 1 w 82
οὖν 1 w 85
τοῦτο 1 w 90
καὶ 1 w 93
ἐμοὶ 1 w 97
γενέσθω 1 w 104
εἴπερ 1 w 110
ἐμοῦ 1 w 114
θέλοντος 1 w 122
ἔλεγχον 1 w 129
λαβεῖν 1 w 135
τοῦ 2 w 138
πράγματος 1 w 147
αὐτοὶ 1 w 152
μὴ 2 w 154
ἠθέλησαν 1 w 162
δοῦναι 1 w 168
δεινὸν 1 w 175
δʼ 1 w 177
ἔμοιγε 1 w 183
δοκεῖ 1 w 188
εἶναι 1 w 193
εἰ 3 w 196
ὑμᾶς 1 w 200
μὲν 1 w 203
ζητοῦσιν 1 w 211
αἰτεῖσθαι 1 w 220
ὅπως 1 w 224
αὐτῶν 1 w 229
μὴ 3 w 231
καταψηφίσησθε 1 w 244
αὐτοὶ 2 w 250
δὲ 1 w 252
σφίσιν 1 w 258
αὐτοῖς 1 w 264
οὐκ 1 w 267
ἠξίωσαν 1 w 274
δικασταὶ 1 w 282
γενέσθαι 1 w 290
δόντες 1 w 296
βασανίσαι 1 w 305
τὰ 1 w 307
αὑτῶν 1 w 312
ἀνδράποδα 1 w 321

Dictionary Citations

LSJ

αἰτέω
II Med., ask for oneʼs own use, claim, Λύσανδρον ἄρχοντα Lys. 12.59; freq. almost = the Act., and with the same construct., first in Hdt. 1.90 ( παρ-), 9.34, A. Pr. 822, etc.; αἰτεῖσθαί τινα ὅπως .. Antipho 1.12 codd.; πάλαισμα μήποτε λῦσαι θεὸν αἰτοῦμαι S. OT 880; freq. abs. in part., αἰτουμένῳ μοι δός A. Ch. 480, cf. 2, Th. 260, S. Ph. 63; αἰτουμένη που τεύξεται Id. Ant. 778; αἰτησάμενος ἐχρήσατο Lys. 19.27; οὐ πῦρ γὰρ αἰτῶν, οὐδὲ λοπάδʼ αἰτούμενος Men. 476; αἰτεῖσθαι ὑπέρ τινος to beg for one, Lys. 14.22.
βάσανος
III inquiry by torture, ἐς πᾶσαν β. ἀπικνέεσθαι Hdt. 8.110; εἰς β. αἰτεῖν Herod. 2.88; ἐξετάσαι διὰ βασάνων SIG 780.12 (Astypalaea, Aug.); esp. at Athens, used to extort evidence from slaves, εἰς β. δέχεσθαι Antipho 1.12; εἰς β. παραδοῦναι Is. 8.17; ἐκ βασάνων εἰπεῖν ib. 12: in pl., confession upon torture, D. 53.24, Hyp. Fr. 5, Arist. Rh. 1355b37.
ἔλεγχος
II cross-examining, testing, scrutiny, esp. for purposes of refutation, οὐκ ἔχει ἔλεγχον does not admit of disproof, Hdt. 2.23; τῶνδʼ ἔλεγχον, abs., as a test of this, S. OT 603; τὰ ψευδῆ ἔλεγχον ἔχει Th. 3.53; ἔ. παραδοῦναί τινι to give him an opportunity of refuting, Pl. Phdr. 273c; δόμεν τι βασάνῳ ἐς ἔ. to submit it to scrutiny, Pi. N. 8.21; χρυσὸς νόθου ἀρετῆς ἔ. Com.Adesp. 195; ἀρετῆς ἔ. δοῦναι a proof or test of it, And. 1.150; ἔ. διδόναι τοῦ βίου to give an account of oneʼs life, Pl. Ap. 39c; οἱ ἔ. περὶ ὀρφανῶν Is. 4.22; τὸ πρᾶγμα τὸν ἔ. δώσει D. 4.15; ἔ. ποιεῖν τινός to test it, Ar. Ra. 786; ἔ. ποιήσασθαι τῶν πεπραγμένων Antipho 1.7; ἔ. λαβεῖν τινός make trial of it, ib. 12; ἐλέγχους ἀποδέχεσθαι to admit tests, Lys. 19.6; ἐλέγχους προσφέρειν to allege them, Ar. Lys. 484; διάπειρα βροτῶν ἔ. Pi. O. 4.20; οὐδὲ ἔ. παρασχὼν οὐδὲ βάσανον Antipho 2.4.7; ἔ. διδόναι And. 2.4; εἰς ἔ. πεσεῖν to be convicted, E. Hipp. 1310, cf. HF 73; δεικνυμένων ἐ. Id. Heracl. 905 (lyr.); οὔτʼ εἰς ἔ. χειρὸς οὐδʼ ἔργου μολών S. OC 1297; εἰς ἔ. ἐξιέναι to proceed to the proof, put to the test, Id. Ph. 98; or, to be put to the proof, Id. Fr. 105; ἐξελθεῖν E. Alc. 640; εἰς ἔ. ἰέναι περί τινος Pl. Phdr. 278c; εἰς ἔ. ἔρχεσθαί τινος Philem. 93.3; καταστῆναι εἰς ἔ. καὶ λόγον Isoc. 12.150; ἔ. φεύγειν Antipho 5.38; οἱ περὶ Παυσανίαν ἔ. the evidence on which he was convicted, Th. 1.135; πίστις πραγμάτων ἔ. οὐ βλεπομένων Ep.Hebr. 11.1.
καταψηφίζομαι
vote against or in condemnation of, τινος Antipho 1.12, Lys. 10.31, Pl. Ap. 36a, 41d, X. Ap. 32: metaph., τῆς ψυχῆς Democr. 159; κ. τινὸς θάνατον pass a vote of death against him, Lys. 12.100; κατεψηφισμένοι αὐτοῦ θάνατον X. HG 1.5.19; κ. τινὸς δειλίαν, κλοπήν, find him guilty of cowardice, of theft, Lys. 14.11, Pl. Grg. 516a; ἀδικίαν ὑμῶν αὐτῶν Isoc. 15.297: abs., οἱ -ψηφισάμενοι δικασταί Pl. Lg. 878d: later in pf. Act. κατεψήφικα D.H. 4.58, 5.8.
ὅπως
II ὅπως c. subj. is sts. used after Verbs of will and endeavour, instead of the inf., λίσσεσθαι . . ὅ. νημερτέα εἴπῃ Od. 3.19 ; αἰτεῖσθαι ὅ. μὴ καταψηφίσησθε Antipho 1.12 ; δεήσεται . . , ὅ. δίκην μὴ δῷ ib. 23 ; ὅ. μὴ ἀποθάνῃ ἠντεβόλει Lys. 1.29 ; παρακελεύεσθε ὑμῖν αὐτοῖς ὅ . . . ἐξίητε Lycurg. 127 ( ἔξιτε Rehdantz): with ἄν, δεῖταί μου σφόδρα ὅπως ἂν οἰκουρῇ Ar. Ach. 1060, cf. Hdt. 2.126, 3.44 ; διεκελεύετο ὅπως ἂν . . ἐγγράφωσί με Is. 7.27; so δεῖ σʼ ὅ. δείξεις (for δεῖξαι), S. Aj. 556, may be expld. as ellipsis for δεῖ σʼ ὁρᾶν (σκοπεῖν) ὅπως, cf. Id. Ph. 55 ; δεῖ σʼ ὅπως . . μηδὲν διοίσεις . . Cratin. 108.
ψηφίζω
II Med. ψηφίζομαι: fut. Att. ψηφιοῦμαι Ar. V. 769, Th. 7.48, Pl. Smp. 177d, etc. ( ψηφίσομαι is f.l. where found, e.g. in Lys. 12.44, 14.47, ( κατα-) Antipho 1.12, 6.10, ( ἀπο-) ibid.): aor. ἐψηφισάμην Hdt. 5.97, Th. 7.48, etc.: pf. ἐψήφισμαι in med. sense, Ar. V. 591 (anap.), Th. 1.120, etc.:—prop., cast oneʼs vote with a pebble: