Scaife ATLAS

CTS Library / Περὶ τῆς πρὸς Λακεδαιμονίους εἰρήνης

Περὶ τῆς πρὸς Λακεδαιμονίους εἰρήνης (8)

urn:cts:greekLit:tlg0027.tlg003.perseus-grc2:8
Refs {'start': {'reference': '8', 'human_reference': 'Section 8'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

πάλιν δὲ διὰ Μεγαρέας πολεμήσαντες καὶ τὴν χώραν τμηθῆναι προέμενοι, πολλῶν ἀγαθῶν στερηθέντες αὖθις τὴν εἰρήνην ἐποιησάμεθα, ἣν ἡμῖν Νικίας Νικηράτου κατηργάσατο. οἶμαι δʼ ὑμᾶς ἅπαντας εἰδέναι τοῦτο, ὅτι διὰ ταύτην τὴν εἰρήνην ἑπτακισχίλια μὲν τάλαντα νομίσματος εἰς τὴν ἀκρόπολιν ἀνηνέγκαμεν,

Tokens

πάλιν 1 w 5
δὲ 1 w 7
διὰ 1 w 10
Μεγαρέας 1 w 18
πολεμήσαντες 1 w 30
καὶ 1 w 33
τὴν 1 w 36
χώραν 1 w 41
τμηθῆναι 1 w 49
προέμενοι 1 w 58
πολλῶν 1 w 65
ἀγαθῶν 1 w 71
στερηθέντες 1 w 82
αὖθις 1 w 87
τὴν 2 w 90
εἰρήνην 1 w 97
ἐποιησάμεθα 1 w 108
ἣν 1 w 111
ἡμῖν 1 w 115
Νικίας 1 w 121
1 w 122
Νικηράτου 1 w 131
κατηργάσατο 1 w 142
οἶμαι 1 w 148
δʼ 1 w 150
ὑμᾶς 1 w 154
ἅπαντας 1 w 161
εἰδέναι 1 w 168
τοῦτο 1 w 173
ὅτι 1 w 177
διὰ 2 w 180
ταύτην 1 w 186
τὴν 3 w 189
εἰρήνην 2 w 196
ἑπτακισχίλια 1 w 208
μὲν 1 w 211
τάλαντα 1 w 218
νομίσματος 1 w 228
εἰς 1 w 231
τὴν 4 w 234
ἀκρόπολιν 1 w 243
ἀνηνέγκαμεν 1 w 254

Dictionary Citations

LSJ

εἰρήνη
peace, Od. 24.486, etc.; ἐπʼ εἰρήνης in time of peace, Il. 2.797; ἔθηκε πᾶσιν εἰ. φίλοις A. Pers. 769; εἰ. τἀκεῖθεν τέκνοις on that side they have peace, have naught to fear, E. Med. 1004; εἰ. γίγνεται peace is made, Hdt. 1.74: hence later, a peace, treaty of peace, ἡ βασιλέως εἰ. IG 2(2).103.24, etc.; εἰ. ποιεῖν Ἀρμενίοις καὶ Χαλδαίοις make peace between . . , X. Cyr. 3.2.12; εἰ. ποιεῖσθαι And. 3.8, Aeschin. 2.77; εἰ. κατεργάζεσθαι, πράττειν, And. 3.8, 17; διαπράξασθαι X. HG 6.3.4; εἰρήνης δεῖσθαι ib. 2.2.13; εἰρήνην δέχεσθαι to accept it, ib. 22; λαβεῖν And. 3.7; εἰ. ἄγειν keep peace, be at peace, Ar. Av. 386, etc.; πρὸς ἀλλήλους Pl. R. 465b; εἰ. ἄγειν (v.l. ἔχειν) enjoy peace, X. An. 2.6.6; λύειν break it, D. 18.71; πολλὴ εἰ. τινὸς γίγνεται profound peace, Pl. R. 329c; ἐν εἰρήνῃ λέγειν, τὸν βίον διάγειν, Id. Smp. 189b, R. 372d; πόλεμον εἰρήνης χάριν [αἱρεῖσθαι] Arist. Pol. 1333a35; εἰρήνης ἄρξας, = εἰρηναρχήσας, IGRom. 3.784, cf. 452.
εἰρήνη
peace, Od. 24.486, etc.; ἐπʼ εἰρήνης in time of peace, Il. 2.797; ἔθηκε πᾶσιν εἰ. φίλοις A. Pers. 769; εἰ. τἀκεῖθεν τέκνοις on that side they have peace, have naught to fear, E. Med. 1004; εἰ. γίγνεται peace is made, Hdt. 1.74: hence later, a peace, treaty of peace, ἡ βασιλέως εἰ. IG 2(2).103.24, etc.; εἰ. ποιεῖν Ἀρμενίοις καὶ Χαλδαίοις make peace between . . , X. Cyr. 3.2.12; εἰ. ποιεῖσθαι And. 3.8, Aeschin. 2.77; εἰ. κατεργάζεσθαι, πράττειν, And. 3.8, 17; διαπράξασθαι X. HG 6.3.4; εἰρήνης δεῖσθαι ib. 2.2.13; εἰρήνην δέχεσθαι to accept it, ib. 22; λαβεῖν And. 3.7; εἰ. ἄγειν keep peace, be at peace, Ar. Av. 386, etc.; πρὸς ἀλλήλους Pl. R. 465b; εἰ. ἄγειν (v.l. ἔχειν) enjoy peace, X. An. 2.6.6; λύειν break it, D. 18.71; πολλὴ εἰ. τινὸς γίγνεται profound peace, Pl. R. 329c; ἐν εἰρήνῃ λέγειν, τὸν βίον διάγειν, Id. Smp. 189b, R. 372d; πόλεμον εἰρήνης χάριν [αἱρεῖσθαι] Arist. Pol. 1333a35; εἰρήνης ἄρξας, = εἰρηναρχήσας, IGRom. 3.784, cf. 452.
κατεργάζομαι
effect by labour, achieve, πρήγματα μεγάλα Hdt. 5.24; πᾶν S. El. 1022; μόρον . . ἐπαλλήλοιν χεροῖν Id. Ant. 57; ταῦθʼ ἁπινοεῖς Ar. Ec. 247; τὰ δυνατά Th. 4.65; τὰ πρὸς εὐδαιμονίαν Phld. Rh. 2.31 S.; μεγάλα μὲν ἐπινοεῖτε, ταχὺ δὲ κατεργάζεσθε X. Hier. 2.2; κ. εἰρήνην τινί And. 3.8; ἢν κατεργάσῃ if you do the job, Ar. Eq. 933: pf. κατείργασμαι, μέγιστα ἔργα X. Mem. 3.5.11: in pass. sense, to have been effected or achieved, Hdt. 1.123, 141, 4.66, E. IT 1081, etc.; κατειργασμένη ὠφέλεια Antipho 2.1.4; ἐλθεῖν ἐπὶ κατειργασμένοις Lys. 31.9: aor. - ειργάσθην Luc. Herm. 5.
νόμισμα
II current coin, ν. κόψαι or κόψασθαι, coin money, Hdt. 3.56, 4.166; τἀρχαῖον ν. Ar. Ra. 720; ν. σύμβολον τῆς ἀλλαγῆς ἕνεκα Pl. R. 371b, cf. Arist. EN 1133b11, Pol. 1257a11, D.L. 6.20; τάλαντα νομίσματος And. 3.8; ν. ἡμεδαποῦ IG 1(2).91.4; τὸ ἐπιχώριον ν. PCair.Zen. 21.12 (iii B.C.): pl. νομίσματα pieces of money, coins, Hdn. 1.9.7.
τέμνω
3 cut down for purposes of destruction, γῆς τ. βλαστήματα E. Hec. 1204; τ. τὸν σῖτον X. Mem. 2.1.13; also τ. τὴν γῆν lay waste the country by felling the fruit-trees, cutting the corn, etc., Hdt. 9.86, cf. Th. 2.19, 55, And. 3.8 ( Pass.); τῆς γῆς ἔτεμον οὐ πολλήν Th. 6.7: c. partit. gen., τῆς γῆς τ. waste part of it, Id. 1.30, 2.56:— Pass., ib. 18, 20.