LSJ
peace, Od. 24.486, etc.; ἐπʼ εἰρήνης in time of peace, Il. 2.797; ἔθηκε πᾶσιν εἰ. φίλοις A. Pers. 769; εἰ. τἀκεῖθεν τέκνοις on that side they have peace, have naught to fear, E. Med. 1004; εἰ. γίγνεται peace is made, Hdt. 1.74: hence later, a peace, treaty of peace, ἡ βασιλέως εἰ. IG 2(2).103.24, etc.; εἰ. ποιεῖν Ἀρμενίοις καὶ Χαλδαίοις make peace between . . , X. Cyr. 3.2.12; εἰ. ποιεῖσθαι And. 3.8, Aeschin. 2.77; εἰ. κατεργάζεσθαι, πράττειν, And. 3.8, 17; διαπράξασθαι X. HG 6.3.4; εἰρήνης δεῖσθαι ib. 2.2.13; εἰρήνην δέχεσθαι to accept it, ib. 22; λαβεῖν And. 3.7; εἰ. ἄγειν keep peace, be at peace, Ar. Av. 386, etc.; πρὸς ἀλλήλους Pl. R. 465b; εἰ. ἄγειν (v.l. ἔχειν) enjoy peace, X. An. 2.6.6; λύειν break it, D. 18.71; πολλὴ εἰ. τινὸς γίγνεται profound peace, Pl. R. 329c; ἐν εἰρήνῃ λέγειν, τὸν βίον διάγειν, Id. Smp. 189b, R. 372d; πόλεμον εἰρήνης χάριν [αἱρεῖσθαι] Arist. Pol. 1333a35; εἰρήνης ἄρξας, = εἰρηναρχήσας, IGRom. 3.784, cf. 452.
peace, Od. 24.486, etc.; ἐπʼ εἰρήνης in time of peace, Il. 2.797; ἔθηκε πᾶσιν εἰ. φίλοις A. Pers. 769; εἰ. τἀκεῖθεν τέκνοις on that side they have peace, have naught to fear, E. Med. 1004; εἰ. γίγνεται peace is made, Hdt. 1.74: hence later, a peace, treaty of peace, ἡ βασιλέως εἰ. IG 2(2).103.24, etc.; εἰ. ποιεῖν Ἀρμενίοις καὶ Χαλδαίοις make peace between . . , X. Cyr. 3.2.12; εἰ. ποιεῖσθαι And. 3.8, Aeschin. 2.77; εἰ. κατεργάζεσθαι, πράττειν, And. 3.8, 17; διαπράξασθαι X. HG 6.3.4; εἰρήνης δεῖσθαι ib. 2.2.13; εἰρήνην δέχεσθαι to accept it, ib. 22; λαβεῖν And. 3.7; εἰ. ἄγειν keep peace, be at peace, Ar. Av. 386, etc.; πρὸς ἀλλήλους Pl. R. 465b; εἰ. ἄγειν (v.l. ἔχειν) enjoy peace, X. An. 2.6.6; λύειν break it, D. 18.71; πολλὴ εἰ. τινὸς γίγνεται profound peace, Pl. R. 329c; ἐν εἰρήνῃ λέγειν, τὸν βίον διάγειν, Id. Smp. 189b, R. 372d; πόλεμον εἰρήνης χάριν [αἱρεῖσθαι] Arist. Pol. 1333a35; εἰρήνης ἄρξας, = εἰρηναρχήσας, IGRom. 3.784, cf. 452.
effect by labour, achieve, πρήγματα μεγάλα Hdt. 5.24; πᾶν S. El. 1022; μόρον . . ἐπαλλήλοιν χεροῖν Id. Ant. 57; ταῦθʼ ἁπινοεῖς Ar. Ec. 247; τὰ δυνατά Th. 4.65; τὰ πρὸς εὐδαιμονίαν Phld. Rh. 2.31 S.; μεγάλα μὲν ἐπινοεῖτε, ταχὺ δὲ κατεργάζεσθε X. Hier. 2.2; κ. εἰρήνην τινί And. 3.8; ἢν κατεργάσῃ if you do the job, Ar. Eq. 933: pf. κατείργασμαι, μέγιστα ἔργα X. Mem. 3.5.11: in pass. sense, to have been effected or achieved, Hdt. 1.123, 141, 4.66, E. IT 1081, etc.; κατειργασμένη ὠφέλεια Antipho 2.1.4; ἐλθεῖν ἐπὶ κατειργασμένοις Lys. 31.9: aor. - ειργάσθην Luc. Herm. 5.
II
current coin, ν. κόψαι or κόψασθαι, coin money, Hdt. 3.56, 4.166; τἀρχαῖον ν. Ar. Ra. 720; ν. σύμβολον τῆς ἀλλαγῆς ἕνεκα Pl. R. 371b, cf. Arist. EN 1133b11, Pol. 1257a11, D.L. 6.20; τάλαντα νομίσματος And. 3.8; ν. ἡμεδαποῦ IG 1(2).91.4; τὸ ἐπιχώριον ν. PCair.Zen. 21.12 (iii B.C.): pl. νομίσματα pieces of money, coins, Hdn. 1.9.7.
3
cut down for purposes of destruction, γῆς τ. βλαστήματα E. Hec. 1204; τ. τὸν σῖτον X. Mem. 2.1.13; also τ. τὴν γῆν lay waste the country by felling the fruit-trees, cutting the corn, etc., Hdt. 9.86, cf. Th. 2.19, 55, And. 3.8 ( Pass.); τῆς γῆς ἔτεμον οὐ πολλήν Th. 6.7: c. partit. gen., τῆς γῆς τ. waste part of it, Id. 1.30, 2.56:— Pass., ib. 18, 20.