Scaife ATLAS

CTS Library / Περὶ τῆς πρὸς Λακεδαιμονίους εἰρήνης

Περὶ τῆς πρὸς Λακεδαιμονίους εἰρήνης (1)

urn:cts:greekLit:tlg0027.tlg003.perseus-grc2:1
Refs {'start': {'reference': '1', 'human_reference': 'Section 1'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ὅτι μὲν εἰρήνην ποιεῖσθαι δικαίαν ἄμεινόν ἐστιν πολεμεῖν, δοκεῖτέ μοι, Ἀθηναῖοι, πάντες γιγνώσκειν· ὅτι δὲ οἱ ῥήτορες τῷ μὲν ὀνόματι τῆς εἰρήνης συγχωροῦσι, τοῖς δʼ ἔργοις ἀφʼ ὧν ἂν εἰρήνη[*] γένοιτο ἐναντιοῦνται, τοῦτο δὲ οὐ πάντες αἰσθάνεσθε. λέγουσι γὰρ ὡς ἔστι δεινότατον τῷ δήμῳ, γενομένης εἰρήνης, νῦν οὖσα πολιτεία μὴ καταλυθῇ.

Tokens

ὅτι 1 w 3
μὲν 1 w 6
εἰρήνην 1 w 13
ποιεῖσθαι 1 w 22
δικαίαν 1 w 29
ἄμεινόν 1 w 36
ἐστιν 1 w 41
1 w 42
πολεμεῖν 1 w 50
δοκεῖτέ 1 w 58
μοι 1 w 61
1 w 63
Ἀθηναῖοι 1 w 71
πάντες 1 w 78
γιγνώσκειν 1 w 88
ὅτι 2 w 92
δὲ 1 w 94
οἱ 1 w 96
ῥήτορες 1 w 103
τῷ 1 w 105
μὲν 2 w 108
ὀνόματι 1 w 115
τῆς 1 w 118
εἰρήνης 1 w 125
συγχωροῦσι 1 w 135
τοῖς 1 w 140
δʼ 1 w 142
ἔργοις 1 w 148
ἀφʼ 1 w 151
ὧν 1 w 153
ἂν 1 w 155
1 w 156
εἰρήνη 3 w 162
ἂν 2 w 164
2 w 165
εἰρήνη 4 w 171
Lipsius 1 w 178
ἂν 3 w 181
εἰρήνη 5 w 187
Q 1 w 188
3 w 190
εἰρήνη 6 w 196
A 1 w 197
γένοιτο 1 w 205
ἐναντιοῦνται 1 w 217
τοῦτο 1 w 223
δὲ 2 w 225
οὐ 1 w 227
πάντες 2 w 233
αἰσθάνεσθε 1 w 243
λέγουσι 1 w 251
γὰρ 1 w 254
ὡς 1 w 256
ἔστι 1 w 260
δεινότατον 1 w 270
τῷ 2 w 272
δήμῳ 1 w 276
γενομένης 1 w 286
εἰρήνης 2 w 293
4 w 295
νῦν 1 w 298
οὖσα 1 w 302
πολιτεία 1 w 310
μὴ 1 w 312
καταλυθῇ 1 w 320

Dictionary Citations

LSJ

δεινός
fearful, terrible; in Hom., of persons and things, Χάρυβδις Od. 12.260; κλαγγή Il. 1.49; ὅπλα 10.254: freq. in neut., δεινὸν ἀῧσαι 11.10; βροντᾶν 20.56; δεινὸν δέρκεσθαι 3.342; παπταίνειν Od. 11.608; δεινὰ δʼ ὑποδρὰ ἰδών Il. 15.13; δ. ἰδέσθαι fearful to behold, Od. 22.405; δ. μὲν ὁρᾶν, δ. δὲ κλύειν S. OC 141; εἰ καὶ δεινόν τῳ ἀκοῦσαι Th. 1.122; δεινὴ παρὰ τοῖς εἰδόσιν ἡ βάσανος And. 1.30; in milder sense, awful, δεινή τε καὶ αἰδοίη θεός Il. 18.394, cf. 3.172, Od. 8.22, etc.; τὸ δεινόν danger, suffering, horror, A. Ch. 634, etc.; awe, terror, Id. Eu. 517; ὅπου τὸ δ. ἐλπὶς οὐδὲν ὠφελεῖ S. Fr. 196; πρὸς τὸ δ. ἔρχεσθαι ib. 351: in pl., ἐκτὸς ὄντα πημάτων τὰ δείνʼ ὁρᾶν Id. Ph. 504; εἰ δείνʼ ἔδρασας, δεινὰ καὶ παθεῖν σε δεῖ Id. Fr. 962, etc.; δεινὸν γίγνεται μή . . there is danger that . ., Hdt. 7.157; οὐδὲν δεινοὶ ἔσονται μὴ ἀποστέωσιν no fear of their revolting, Id. 1.155, etc.; δεινότατον μή . . the greatest danger lest . ., And. 3.1; δεινόν ἐστι, c. inf., it is dangerous to do, Lys. 12.87; δεινὸν ποιεῖσθαι take ill, complain of, be indignant at a thing: abs., Th. 1.102, etc.: c. inf., ὑπὸ Μήδων ἄρχεσθαι Hdt. 1.127, etc.; also δεινὰ ποιεῖν make complaints, Id. 3.14, 5.41; ἐν δεινῷ τίθεσθαι J. AJ 18.9.8; δεινόν τι ἔσχε αὐτὸν ἀτιμάζεσθαι Hdt. 1.61; δεινὸν or δεινὰ παθεῖν suffer illegal, arbitrary treatment, Ar. Ra. 252, cf. Pl. Prt. 317b, etc.; δεινότερα π. Th. 3.13; τὸ δ. τὸ πείσομαι Hdt. 7.11: in Oratt., δεινὸν ἂν εἴη εἰ . . And. 1.30, Lys. 12.88, etc. Adv. -νῶς, φέρειν Hdt. 2.121.γʹ; δ. καὶ ἀπόρως ἔχει μοι I am in dire straits, Antipho 1.1; δ. ἔχειν τῇ ἐνδείᾳ X. An. 6.4.23; δ. διατεθῆναι τυπτόμενος Lys. 3.27.
ῥήτωρ
public speaker, μύθων ῥήτορες E. Hec. 124 (anap.), cf. Fr. 597.4, Isoc. 8.129, Arist. Top. 149b25, Phld. Rh. 2.272S., Plu. Sanit. 2.131a, etc.; esp. at Athens, οἱ ῥήτορες the public speakers in the ἐκκλησία, Ar. Ach. 38, 680, Eq. 60, 358, al., Th. 8.1, And. 3.1, Lys. 30.22, etc.; sg. prob. in IG 1(2).45.21; οἱ δέκα ῥ. the Ten Attic Orators, Luc. Am. 29; ὁ ῥ. ‘par excellence’ = Demosthenes, Hermog. Inv. 4.1, al.
συγχωρέω
2 accede, assent to, acquiesce in, τῇ γνώμῃ Hdt. 4.148, Th. 7.72; γνώμῃ μιᾷ συνεχωρείτην, c. inf., agreed to do, E. Hec. 125 (anap.); c. acc. et inf., allow that . . , Hdt. 2.2, Pl. Phd. 100a; τοῖσιν εὖ λεχθεῖσι σ. λόγοις E. Hipp. 299; opp. ἐναντιοῦσθαι, And. 3.1; σ. πάθεσιν ἢ ἐναντιουμένην Pl. Phd. 94b: abs., agree, acquiesce, assent, συγχώρει θέλων S. Ph. 1343, cf. Hdt. 3.83, 4.43, 5.40, Pl. Lg. 794c, D. 18.227; τὸ συγκεχωρηκὸς τῆς εὐσεβείας yielding, unexacting temper of piety, Id. 21.59:—later in Pass., to be allowed, τέως οὐ συνεχωρήθην ἐξελθεῖν POxy. 1842.8 (vi A.D.).