Scaife ATLAS

CTS Library / Περὶ τῆς ἑαυτοῦ καθόδου

Περὶ τῆς ἑαυτοῦ καθόδου (9)

urn:cts:greekLit:tlg0027.tlg002.perseus-grc2:9
Refs {'start': {'reference': '9', 'human_reference': 'Section 9'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

καὶ ὅμως τό γε δυστυχέστατος εἶναι ἀνθρώπων οὐδαμῇ ἐκφεύγω, ὅτε δὴ προαγομένης μὲν τῆς πόλεως ἐπὶ ταύτας τὰς συμφορὰς οὐδεὶς ἐμοῦ ἤρχετο γίγνεσθαι δυσδαιμονέστερος, μεθισταμένης δὲ πάλιν εἰς τὸ ἀσφαλὲς ἁπάντων ἐγὼ ἀθλιώτατος. ὄντων γὰρ κακῶν τοσούτων τῇ πόλει ἀδύνατον ἦν ταῦτα ἰαθῆναι ἄλλως τῷ ἐμῷ αἰσχρῷ, ὥστʼ ἐν αὐτῷ[*] ἐγὼ κακῶς ἔπραττον, ἐν τούτῳ ὑμᾶς σῴζεσθαι. χάριν οὖν εἰκός με, οὐ μῖσος τῷ δυστυχήματι τούτῳ φέρεσθαι παρʼ ὑμῶν.

Tokens

καὶ 1 w 3
ὅμως 1 w 7
τό 1 w 9
γε 1 w 11
δυστυχέστατος 1 w 24
εἶναι 1 w 29
ἀνθρώπων 1 w 37
οὐδαμῇ 1 w 43
ἐκφεύγω 1 w 50
ὅτε 1 w 54
δὴ 1 w 56
προαγομένης 1 w 67
μὲν 1 w 70
τῆς 1 w 73
πόλεως 1 w 79
ἐπὶ 1 w 82
ταύτας 1 w 88
τὰς 1 w 91
συμφορὰς 1 w 99
οὐδεὶς 1 w 105
ἐμοῦ 1 w 109
ἤρχετο 1 w 115
γίγνεσθαι 1 w 124
δυσδαιμονέστερος 1 w 140
μεθισταμένης 1 w 153
δὲ 1 w 155
πάλιν 1 w 160
εἰς 1 w 163
τὸ 1 w 165
ἀσφαλὲς 1 w 172
ἁπάντων 1 w 179
ἐγὼ 1 w 182
ἀθλιώτατος 1 w 192
ὄντων 1 w 198
γὰρ 1 w 201
κακῶν 1 w 206
τοσούτων 1 w 214
τῇ 1 w 216
πόλει 1 w 221
ἀδύνατον 1 w 229
ἦν 1 w 231
ταῦτα 1 w 236
ἰαθῆναι 1 w 243
ἄλλως 1 w 248
1 w 249
τῷ 1 w 251
ἐμῷ 1 w 254
αἰσχρῷ 1 w 260
ὥστʼ 1 w 265
ἐν 1 w 267
αὐτῷ 1 w 271
αὐτῷ 2 w 275
ante 1 w 279
τούτῳ 1 w 284
ponit 1 w 289
Sluiter 1 w 296
1 w 298
ἐγὼ 2 w 301
κακῶς 1 w 306
ἔπραττον 1 w 314
ἐν 2 w 317
τούτῳ 2 w 322
ὑμᾶς 1 w 326
σῴζεσθαι 1 w 334
χάριν 1 w 340
οὖν 1 w 343
εἰκός 1 w 348
με 2 w 350
οὐ 3 w 353
μῖσος 1 w 358
τῷ 4 w 360
δυστυχήματι 1 w 371
τούτῳ 3 w 376
φέρεσθαι 1 w 384
παρʼ 1 w 388
ὑμῶν 1 w 392

Dictionary Citations

LSJ

αἰσχρός
2 shameful, base, Hdt. 3.155, A. Th. 685, etc.; αἰσχροῖς γὰρ αἰσχρὰ πράγματʼ ἐκδιδάσκεται S. El. 621; αἰσχρόν [ἐστι], c. inf., Il. 2.298, S. Aj. 473, etc.; αἰσχρόν, εἰ πύθοιτό τις ib. 1159; ἐν αἰσχρῷ θέσθαι τι E. Hec. 806 ; ἐπʼ αἰσχροῖς on the ground of base actions, S. Fr. 188, E. Hipp. 511:—τὸ αἰ. as Subst., dishonour, S. Ph. 476; τὸ ἐμὸν αἰ. my disgrace, And. 2.9; τὸ καλὸν καὶ τὸ αἰ. virtue and vice, Arist. Rh. 1366a24, etc. Adv., shamefully, S. El. 989, Pl. Smp. 183d, etc.: Sup. αἴσχιστα A. Pr. 959, S. OT 367.
δυσδαίμων
ill-starred, unhappy, πότμος Emp. 9.4, A. Th. 827, S. Ant. 274; μοῖρα Id. OT 1302 (anap.); τύχη Pl. Lg. 905c; νέρτεροι Ti.Locr. 104d; of a person, BGU 1024 vii 24 (iv A. D.): Comp. - έστερος And. 2.9. Adv. - νως Eust. 1064.44.
δυστύχημα
piece of ill luck, failure, misfortune, And. 2.9, Lys. 24.3 (pl.), Pl. Cra. 395d (pl.), Onos. 36.4 (pl.); esp. of defeat in war, X. HG 4.5.18, etc.
ἰάομαι
II Act. only aor.1 ἰάσαμεν Gal. 10.453; part. ἰάσαντες Sch. E. Hec. 1236: aor. ἰάθην is always Pass., be healed, recover, And. 2.9, AP 6.330 ( Aeschin.), IG 4.951.113 (Epid.), etc.; ἀπὸ τῶν νόσων Ev.Luc. 6.17; Ion. ἰήθην Hp. Mul. 1.3, Int. 1: fut. ἰαθήσομαι Luc. Asin. 14, Gp. 12.25.3, Gal. 10.377; ἰάσομαι Aristid. 2.317 J.: pf. ἴᾱμαι Ev.Marc. 5.29.
μῖσος
I Pass., hate borne one, A. Ag. 1413, etc.; μ. ἐμποιεῖν Pl. R. 351d; μ. ἔχειν πρός τινος incur a manʼs hatred, Id. Lg. 691d; μ. φέρεσθαι And. 2.9.
προάγω
lead forward or onward, μιν ἐς τὰ οἰκία Hdt. 3.148, etc.; escort on their way, Id. 8.132; τοὺς πεζοὺς οὐ πολλὴν ὁδόν X. Cyr. 3.3.23 :— Pass., to be led on, προαγομένης τῆς πόλεως ἐπὶ συμφοράς And. 2.9.
φέρω
3 carry off, gain, esp. by toil or trouble, win, achieve, both Act. and Med., ἤ κε φέρῃσι μέγα κράτος ἦ κε φεροίμην Il. 18.308; φέρειν τρίποδα Hes. Op. 657; τἀπινίκια S. El. 692; τιμήν Ar. Av. 1278; τἀριστεῖα, τὰ νικητήρια, Pl. R. 468c, Lg. 657e; πέρα . . οὐδὲν φ. S. OC 651; ἐκ σοῦ πάντʼ ἄνευ φόβου φ. Id. OT 590; τίς . . πλέον τᾶς εὐδαιμονίας φέρει ἤ . . ; ib. 1190 (lyr.), cf. El. 1088 (lyr.); in bad sense, μείζω τὴν αἰσχύνην φ. Pl. Lg. 671e: also, receive oneʼs due, φ. χάριν S. OT 764; ὡς τοῦτό γʼ ἔρξας δύο φέρῃ δωρήματα Id. Ph. 117; μισθὸν φέρειν (v. supr. IV.5); of a priestʼs perquisites, φέρει ὁ ἱαρεὺς γέρη σκέλη κτλ. BMus.Inscr. 968 A 9 ( Cos), cf. IG 1(2).24.10, al., SIG 56.35 ( Argos, v B. C.):— Med. (v. ad init.), win for oneself, κῦδος οἴσεσθαι Il. 22.217; δέπας, τεύχεα, carry off as a prize, 23.663, 809, al.; ἀέθλια or ἄεθλον φ. carry off, win a prize, 9.127, 23.413; τὰ πρῶτα φέρεσθαι (sc. ἄεθλα) 23.275, 538; οὐ σμικρὸν ἆθλον τῆς ἐρωτικῆς μανίας φέρονται Pl. Phdr. 256d; of perquisites, τὸ . . σκέλος τοὶ ἱαρομνάμονες φερόσθω (i. e. φερούσθω from *φερόνσθω) IG 42(1).40.13 ( Epid., v/iv B. C.): hence οὐ τὰ δεύτερα Hdt. 8.104; πλέον φέρεσθαι get more or a larger share for oneself, gain the advantage over any one, τινος Hdt. 7.211, cf. S. OT 500 (lyr.), E. Hec. 308; ταῦτα ἐπὶ σμικρόν τι ἐφέροντο τοῦ πολέμου this they received as a small help towards the war, Hdt. 4.129; ἠνείκατο παρὰ Ἐγεσταίων τὰ οὐδεὶς ἄλλος 5.47; ἴδια κέρδεα προσδεκόμενοι παρὰ τοῦ Πέρσεω οἴσεσθαι 6.100; χάριν φέρεσθαι παρʼ ὑμῶν And. 2.9; φ. τὴν ἀπέχθειαν αὐτῶν Antipho 3.4.2; ὀνείδη Pl. Lg. 762a; εὐσέβειαν ἐκ πατρὸς οἴσῃ S. El. 969; δάκρυ πρὸς τῶν κλυόντων A. Pr. 638; ἀπό τινος βοσκάν Id. Eu. 266 (lyr.); ἐξ ἀνανδρίας τοὔνομα Aeschin. 1.131: generally, get for oneʼs own use and profit, take and carry away, esp. to oneʼs own home, τοῦ . . πάμπρωτα παρʼ ἀγλαὰ δῶρα φέροιο Il. 4.97: hence φέρειν or φέρεσθαι is often used pleon., v. infr. ΧΙ.