Scaife ATLAS

CTS Library / Περὶ τῆς ἑαυτοῦ καθόδου

Περὶ τῆς ἑαυτοῦ καθόδου (6)

urn:cts:greekLit:tlg0027.tlg002.perseus-grc2:6
Refs {'start': {'reference': '6', 'human_reference': 'Section 6'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

καὶ εἰσὶν εὐτυχέστατοι μὲν οἱ ἐλάχιστα ἐξαμαρτάνοντες, σωφρονέστατοι δὲ οἳ ἂν τάχιστα μεταγιγνώσκωσι. καὶ ταῦτα οὐ διακέκριται τοῖς μὲν γίγνεσθαι τοῖς δὲ μή, ἀλλʼ ἔστιν ἐν τῷ κοινῷ πᾶσιν ἀνθρώποις καὶ ἐξαμαρτεῖν τι καὶ κακῶς πρᾶξαι. ὧν ἕνεκα, Ἀθηναῖοι, εἰ ἀνθρωπίνως περὶ ἐμοῦ γιγνώσκοιτε, εἴητε ἂν ἄνδρες εὐγνωμονέστεροι. οὐ γὰρ φθόνου μᾶλλον οἴκτου ἄξιά μοί ἐστι τὰ γεγενημένα·

Tokens

καὶ 1 w 3
εἰσὶν 1 w 8
εὐτυχέστατοι 1 w 20
μὲν 1 w 23
οἱ 1 w 25
ἐλάχιστα 1 w 33
ἐξαμαρτάνοντες 1 w 47
σωφρονέστατοι 1 w 61
δὲ 1 w 63
οἳ 1 w 65
ἂν 1 w 67
τάχιστα 1 w 74
μεταγιγνώσκωσι 1 w 88
καὶ 2 w 92
ταῦτα 1 w 97
οὐ 1 w 99
διακέκριται 1 w 110
τοῖς 1 w 114
μὲν 2 w 117
γίγνεσθαι 1 w 126
τοῖς 2 w 130
δὲ 2 w 132
μή 1 w 134
ἀλλʼ 1 w 139
ἔστιν 1 w 144
ἐν 1 w 146
τῷ 1 w 148
κοινῷ 1 w 153
πᾶσιν 1 w 158
ἀνθρώποις 1 w 167
καὶ 3 w 170
ἐξαμαρτεῖν 1 w 180
τι 2 w 182
καὶ 4 w 185
κακῶς 1 w 190
πρᾶξαι 1 w 196
ὧν 1 w 199
ἕνεκα 1 w 204
1 w 206
Ἀθηναῖοι 1 w 214
εἰ 2 w 217
ἀνθρωπίνως 1 w 227
περὶ 1 w 231
ἐμοῦ 1 w 235
γιγνώσκοιτε 1 w 246
εἴητε 1 w 252
ἂν 2 w 254
ἄνδρες 1 w 260
εὐγνωμονέστεροι 1 w 275
οὐ 2 w 278
γὰρ 1 w 281
φθόνου 1 w 287
μᾶλλον 1 w 293
1 w 294
οἴκτου 1 w 300
ἄξιά 1 w 304
μοί 1 w 307
ἐστι 1 w 311
τὰ 1 w 313
γεγενημένα 1 w 323

Dictionary Citations

LSJ

ἀνθρώπινος
II Adv. ἀνθρωπίνως, ἁμαρτάνειν commit human, i.e. venial, errors, Th. 3.40; ἀνθρωπινώτερον more within the range of human faculty, Pl. Cra. 392b, D. 18.252; ἀνθρωπίνως ἐκλογίζεσθαι, i.e. with fellow-feeling, And. 2.6; humanely, gently, D. 23.70; ἀ. χρὴ τὰς τύχας φέρειν with moderation, Men. 816; εὐτυχίαν D.S. 1.60.—Of the three forms, ἀνθρώπειος is used exclusively in Trag. and generally in Th. (but cf. 1.22); ἀνθρώπινος prevails in Comedy and in Prose from Pl. downwds. (though he uses ἀνθρώπειος no less frequently); ἀνθρωπικός is freq. in Arist.
εὐγνώμων
of good feeling, considerate, reasonable, And. 2.6 ( Comp.), X. Mem. 2.8.6; φιλάνθρωπος καὶ εὐ. ψυχή Aeschin. 1.137; τὸ μὲν κρῖναι τοῦ εὐγνώμονος, τὸ δὲ δὴ πράττειν κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ ἐπιεικοῦς Arist. MM 1199a2; πολέμιοι -έστεροι Plb. 2.57.8; ψεῦδος -έστερον Luc. VH 1.4: metaph., of a game, εὔ. εἰς τὰς ἄλλας πράξεις not interfering with them, Gal. Parv.Pil. 2; παθεῖν εὐγνώμονα to be indulgently treated, D.S. 13.23: Sup., ὡς -εστάτων τυγχάνειν D. Ep. 3.45.
κοινός
d κοινότεραι τύχαι more impartial, i.e. more equal, chances, Th. 5.102; ἔστιν ἐν τῷ κ. πᾶσι c. inf., And. 2.6.
φθόνος
ill-will or malice, esp. envy or jealousy of the good fortune of others ( Pl. Def. 416a, Arist. Rh. 1387b22), Pi. O. 8.55, etc.; φθόνῳ through envy, Hdt. 3.30, 9.71; opp. εὔνοια, Pl. Lg. 635b; opp. ἔπαινος, Lys. 24.1; ἴσχει ὄλβος φθόνον incurs envy, Pi. P. 11.29, cf. Isoc. 5.68; φθόνον πρὸς ἀστῶν ἀλφάνουσι E. Med. 297; φθόνῳ χρῆσθαι πρὸς τὰ παιδικά Pl. Phdr. 253b; κρέσσων οἰκτιρμοῦ φθόνος better to be envied than pitied ! Pi. P. 1.85, cf. And. 2.6; πρὸς γὰρ τὸν ἔχονθʼ ὁ φ. ἕρπει S. Aj. 157 (anap.), cf. OT 382; ἐς τἀπίσημα δʼ ὁ φ. πηδᾶν φιλεῖ E. Fr. 294; φ. συνεστιώμενος, of wealth, Secund. Sent. 9; φ. [ἐστὶ] τοῖς ζῶσι πρὸς τὸ ἀντίπαλον Th. 2.45; κατὰ φθόνον A. Eu. 686, Pl. Grg. 457d; σὺν φθόνῳ E. Andr. 780 (lyr.); διὰ φθόνον Ep.Phil. 1.15: c. gen. objecti, envy for, jealousy of, τῶν πεπραγμένων Lys. 2.48; φθόνον δὲ σωμάτων ἕξει θεός i.e. will grudge, deny, A. Pr. 859: c. gen. subj., envy or jealousy felt by another, Pl. Hp.Ma. 282a; also φ. ἐφʼ ἑτέροις Plu. Aud. 2.39e, etc.; εἴς τινα AP 6.257 ( Antiphil.); πρός τινα Luc. Rh.Pr. 22: pl., envyings, jealousies, heartburnings, Isoc. 15.163, Pl. Lg. 679c, 801e, etc.