Scaife ATLAS

CTS Library / Περὶ τῆς ἑαυτοῦ καθόδου

Περὶ τῆς ἑαυτοῦ καθόδου (4)

urn:cts:greekLit:tlg0027.tlg002.perseus-grc2:4
Refs {'start': {'reference': '4', 'human_reference': 'Section 4'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

σημεῖον οὖν τοῦτο ὅτι οὗτοι οὐκ ἀφʼ αὑτῶν ταῦτα πράττουσιν εὐθὺς γὰρ ἂν τότε ἠναντιοῦντο ἀλλʼ ἀπʼ ἀνδρῶν ἑτέρων, οἷοί εἰσιν ἐν τῇ πόλει ταύτῃ, οὐδενὸς ἂν χρήματος δεξάμενοι ὑμᾶς τι ἀγαθὸν ἐξ ἐμοῦ πρᾶξαι. καὶ αὐτοὶ μὲν οὗτοι οἱ ἄνδρες οὐ τολμῶσι σφᾶς αὐτοὺς εἰς τὸ μέσον καταστήσαντες διισχυρίζεσθαι περὶ τούτων, φοβούμενοι ἔλεγχον διδόναι εἴ τι εἰς ὑμᾶς τυγχάνουσι μὴ εὖ φρονοῦντες· ἑτέρους δὲ εἰσπέμπουσι, τοιούτους ἀνθρώπους οἷς εἰθισμένοις ἤδη ἀναισχυντεῖν οὐδὲν διαφέρει εἰπεῖν τε καὶ ἀκοῦσαι τὰ μέγιστα τῶν κακῶν.

Tokens

σημεῖον 1 w 7
οὖν 1 w 10
τοῦτο 1 w 15
ὅτι 1 w 18
οὗτοι 1 w 23
οὐκ 1 w 26
ἀφʼ 1 w 29
αὑτῶν 1 w 34
ταῦτα 1 w 39
πράττουσιν 1 w 49
εὐθὺς 1 w 55
γὰρ 1 w 58
ἂν 1 w 60
τότε 1 w 64
ἠναντιοῦντο 1 w 75
ἀλλʼ 1 w 80
ἀπʼ 1 w 83
ἀνδρῶν 1 w 89
ἑτέρων 1 w 95
οἷοί 1 w 100
εἰσιν 1 w 105
ἐν 1 w 107
τῇ 1 w 109
πόλει 1 w 114
ταύτῃ 1 w 119
οὐδενὸς 1 w 127
ἂν 2 w 129
χρήματος 1 w 137
δεξάμενοι 1 w 146
ὑμᾶς 1 w 150
τι 3 w 152
ἀγαθὸν 1 w 158
ἐξ 1 w 160
ἐμοῦ 1 w 164
πρᾶξαι 1 w 170
καὶ 1 w 174
αὐτοὶ 1 w 179
μὲν 1 w 182
οὗτοι 2 w 187
οἱ 1 w 189
ἄνδρες 1 w 195
οὐ 3 w 197
τολμῶσι 1 w 204
σφᾶς 1 w 208
αὐτοὺς 1 w 214
εἰς 1 w 217
τὸ 1 w 219
μέσον 1 w 224
καταστήσαντες 1 w 237
διισχυρίζεσθαι 1 w 251
περὶ 1 w 255
τούτων 1 w 261
φοβούμενοι 1 w 272
ἔλεγχον 1 w 279
διδόναι 1 w 286
εἴ 1 w 288
τι 4 w 290
εἰς 2 w 293
ὑμᾶς 2 w 297
τυγχάνουσι 1 w 307
μὴ 1 w 309
εὖ 1 w 311
φρονοῦντες 1 w 321
ἑτέρους 1 w 329
δὲ 1 w 331
εἰσπέμπουσι 1 w 342
τοιούτους 1 w 352
ἀνθρώπους 1 w 361
οἷς 1 w 364
εἰθισμένοις 1 w 375
ἤδη 1 w 378
ἀναισχυντεῖν 1 w 390
οὐδὲν 1 w 395
διαφέρει 1 w 403
εἰπεῖν 1 w 409
τε 5 w 411
καὶ 2 w 414
ἀκοῦσαι 1 w 421
τὰ 1 w 423
μέγιστα 1 w 430
τῶν 2 w 433
κακῶν 1 w 438

Dictionary Citations

LSJ

ἀναισχυντέω
to be ἀναίσχυντος, to be shameless, behave impudently, Ar. Lys. 460, Th. 1.37, And. 2.4; πρός τινα X. Smp. 8.33: also c. part., ἀναισχυντεῖ ποιῶν he is impudent enough to do, Ar. Th. 708; ἀ. διαλεγόμενος Pl. Cri. 53c: c. acc. cogn., ποῖα . . ἀναισχυντοῦσιν Arist. Rh. 1383b12.
διϊσχυρίζομαι
II affirm confidently, τι Pl. Phd. 63c, etc.; δ. ταῦτα οὕτως ἔχειν ib. 114d; δ. ὡς . . Id. Tht. 154a; δ. περί τινος And. 2.4, Lys. 13.85; τι ὑπέρ τινος Pl. Men. 86b; περὶ σοῦ ὡς . . Id. Ep. 317c: abs., ὁμοίως ἐφʼ ἑκατέροις δ. Id. Tht. 158d, etc.
ἐθίζω
accustom, ἐ. αὑτὸν χαίρειν Pl. Grg. 510d, cf. Isoc. 3.57; τὸ προαιρεῖσθαι . . πότερον ἂν ἐθίζοιμεν X. Mem. 2.1.2: c. inf., ἐθίσας ἀεί τι λῄζεσθαι App. Hann. 44: c. acc. cogn., ἔθη ἐ. πονηρά Pl. Lg. 706d; ἐ. τινὰ ταὐτά X. HG 6.1.15; ἐ. τινὰ πρός τι Luc. Anach. 20:— Pass., to be or become accustomed or used to do, c. inf., Hp. Art. 41, Ar. V. 512, Lys. 14.31, Th. 1.77, etc.; εἰθισμένος ἀναισχυντεῖν And. 2.4: c. acc. cogn., ἐθίζεσθαι ἔθη Pl. Lg. 681b; ἐθίζεσθαι σὺν ἔθει τινί X. Cyr. 1.6.33 (s.v.l.); ἐθίζεσθαι πρός τι Arist. EN 1119a25; τι ib. 1121a23; τινί Thphr. CP 5.9.11: abs., καθότι εἴθισται as is the custom, PPetr. 3p.116 (iii B.C.); κατὰ τὰ εἰθισμένα BGU 1073.12 (iii A.D.), etc.:—in Plu. Lyc. 12, Bekk. restored εἰθίζοντο from Porph. for the intr. Act. εἴθιζον.
εἰσπέμπω
send in, σύ μʼ ἐσπέμπεις δόμους E. HF 850, cf. Th. 4.16; γράμματα πρὸς βασιλέα Id. 1.137; suborn agents, S. OT 705, And. 2.4; ῥήτορας send them into court, instruct them, Pl. Euthd. 305b; τῷ μὴ καλῷ θάρρει τὸν κάλλιστον φόβον pit against.., Id. Lg. 671d.
ἔλεγχος
II cross-examining, testing, scrutiny, esp. for purposes of refutation, οὐκ ἔχει ἔλεγχον does not admit of disproof, Hdt. 2.23; τῶνδʼ ἔλεγχον, abs., as a test of this, S. OT 603; τὰ ψευδῆ ἔλεγχον ἔχει Th. 3.53; ἔ. παραδοῦναί τινι to give him an opportunity of refuting, Pl. Phdr. 273c; δόμεν τι βασάνῳ ἐς ἔ. to submit it to scrutiny, Pi. N. 8.21; χρυσὸς νόθου ἀρετῆς ἔ. Com.Adesp. 195; ἀρετῆς ἔ. δοῦναι a proof or test of it, And. 1.150; ἔ. διδόναι τοῦ βίου to give an account of oneʼs life, Pl. Ap. 39c; οἱ ἔ. περὶ ὀρφανῶν Is. 4.22; τὸ πρᾶγμα τὸν ἔ. δώσει D. 4.15; ἔ. ποιεῖν τινός to test it, Ar. Ra. 786; ἔ. ποιήσασθαι τῶν πεπραγμένων Antipho 1.7; ἔ. λαβεῖν τινός make trial of it, ib. 12; ἐλέγχους ἀποδέχεσθαι to admit tests, Lys. 19.6; ἐλέγχους προσφέρειν to allege them, Ar. Lys. 484; διάπειρα βροτῶν ἔ. Pi. O. 4.20; οὐδὲ ἔ. παρασχὼν οὐδὲ βάσανον Antipho 2.4.7; ἔ. διδόναι And. 2.4; εἰς ἔ. πεσεῖν to be convicted, E. Hipp. 1310, cf. HF 73; δεικνυμένων ἐ. Id. Heracl. 905 (lyr.); οὔτʼ εἰς ἔ. χειρὸς οὐδʼ ἔργου μολών S. OC 1297; εἰς ἔ. ἐξιέναι to proceed to the proof, put to the test, Id. Ph. 98; or, to be put to the proof, Id. Fr. 105; ἐξελθεῖν E. Alc. 640; εἰς ἔ. ἰέναι περί τινος Pl. Phdr. 278c; εἰς ἔ. ἔρχεσθαί τινος Philem. 93.3; καταστῆναι εἰς ἔ. καὶ λόγον Isoc. 12.150; ἔ. φεύγειν Antipho 5.38; οἱ περὶ Παυσανίαν ἔ. the evidence on which he was convicted, Th. 1.135; πίστις πραγμάτων ἔ. οὐ βλεπομένων Ep.Hebr. 11.1.
εὖ
3 fortunately, happily, in good case, εὖ ζώουσι Od. 19.79; εὖ οἴκαδʼ ἱκέσθαι safely, Il. 1.19, cf. Od. 3.188; τοῦ βίου εὖ ἥκειν Hdt. 1.30; εὖ φρονῶν in oneʼs right mind, A. Pr. 387, etc. (but εὖ φρονεῖν εἴς τινας, τὰ σά, to be well-disposed towards, And. 2.4, S. Aj. 491); standing last for emphasis, ἄνδρες γεγονότες εὖ Hdt. 7.134; νόμους μὴ λύειν ἔχοντας εὖ Id. 3.82; τελευτήσει τὸν βίον εὖ Id. 1.32, cf. Th. 1.71, Arist. EN 1124b13, etc.: separated from its Verb, εὖ πρᾶγμα συντεθέν D. 18.144.
φρονέω
a φ. τινί τινα to have certain thoughts for or towards any one, to be so and so minded towards him, πατρὶ φίλα φρονέων kindly minded towards him, Il. 4.219, cf. Od. 6.313, etc.; κακὰ φρονέουσι . . ἀλλήλοισιν Il. 22.264; τῷ ὀλοὰ φρονέων 16.701; μαλακὰ φ. ἐσλοῖς Pi. N. 4.95; πιστά τινι Id. O. 3.17; φρονοῦντας ἄριστα αὐτοῖς Ar. Pl. 577 (anap.): with Advbs., εὖ φρονεῖν τισι (cf. supr. I.2) Od. 7.74, cf. A. Ag. 1436, etc.; φρονεῖς εὖ τοῖς ἠγγελμένοις you rejoice at them, Id. Ch. 774; also εἰς ὑμᾶς εὖ φ. And. 2.4; τισὶ καλῶς φ. SIG 527.38 ( Crete, iii B. C.); τοιαῦτα περί τινος φ. Isoc. 3.60: to be minded so and so, think or purpose such and such things, ἀγαθὰ φ. Il. 6.162, Od. 1.43; φίλα φ. ib. 307; κακά 17.596; τὰ φρονέεις ἅ τʼ ἐγώ περ Il. 4.361; κρυπτάδια φ. to have secret purposes, 1.542; ἀταλὰ φ. to be gaily disposed, 18.567, Hes. Th. 989; πυκινὰ φ. have wise thoughts, be cunningly minded, Od. 9.445; ἐφημέρια φ. think only of the passing day, 21.85; θεοῖσιν ἶσα φ. Il. 5.441; θνητὰ φ. S. Fr. 590 (anap.), E. Alc. 799; ἀθάνατα Pl. Ti. 90c; οὐ κατʼ ἄνθρωπον φ. A. Th. 425, S. Aj. 777; ἐπὶ ταῖς εὐτυχίαις ὑπὲρ ἄνθρωπον φ. X. Cyr. 8.7.3; μηδὲν ὑπὲρ τὴν πήραν φ. Luc. Tim. 57: also καίρια φ. S. El. 228 (lyr.); σώφρονα Id. Fr. 64; οὐ τὰ ἄριστα φ. Th. 2.22; ἡ πόλις χεῖρον φ. Isoc. 8.126; τυραννικὰ φ. to have tyranny in mind, Ar. V. 507 (troch.); ἀρχαιϊκὰ φ. to have old-fashioned notions, Id. Nu. 821; τὰ τοῦ θεοῦ, τὰ τῆς σαρκὸς φ., Ev.Matt. 16.23, Ep.Rom. 8.5; also οὐ παρδάλιος τόσσον μένος ὅσσον Πάνθου υἷες φρονέουσιν the pantherʼs courage is not so great as is the spirit of the sons of Panthus, Il. 17.23.
χρῆμα
need, in the phrase παρὰ χ. or παραχρῆμα (q. v.); a thing that one needs or uses, cf. X. Oec. 1.9 sq. (pl.): hence in pl., goods, property ( χρήματα λέγομεν πάντα ὅσων ἡ ἀξία νομίσματι μετρεῖται Arist. EN 1119b26), Od. 2.78, 203, al. (never in Il.), Hes. Op. 320, 407, etc.; of temple- treasures, heirlooms, etc., Mnemos. 57.208 ( Argos, vi B. C.); τὰ ἱρὰ χ. τῆς Ἀθηναίης Hdt. 2.28, cf. 9.81; θησαυρούς . . ἄλλα τε χρύσεα ἄφατα χ. Id. 7.190; πολλῶν χ. ἐξαίρετον ἄνθος A. Ag. 954; πειρῶ τὸν πλοῦτον χρήματα καὶ κτήματα κατασκευάζειν· ἔστι δὲ χ. μὲν τοῖς ἀπολαύειν ἐπισταμένοις, κ. δὲ τοῖς κτᾶσθαι δυναμένοις Isoc. 1.28; τοῖς σκεύεσι καὶ τοῖς χρήμασιν ἀποθήκη Th. 6.97; πρόβατα καὶ ἄλλα χ. X. An. 5.2.4; τὰ ἀνδράποδα . . καὶ χρήματα τὰ πλεῖστα ἀπέδρα αὐτούς ib. 7.8.12: prov., χρήματα ψυχὴ πέλεται . . βροτοῖσι a manʼs money is his life, Hes. Op. 686; χρήματʼ ἄνηρ ‘ money makes the man’, Alc. 49, Pi. I. 2.11; ἐν χρήμασιν οἰκεῖ πατρώοις A. Eu. 757, cf. Ch. 135; also χρημάτων πένητες E. El. 37; τὰ χρήματʼ ἐνεχυράζομαι Ar. Nu. 241; χρήματα πορίζειν Id. Ec. 236; ἄτιμοι ἦσαν τὰ σώματα, τὰ δὲ χ. εἶχον And. 1.74; χρημάτων ἥσσων Democr. 50; χρημάτων κρείσσων Th. 2.60; χρήμασι νικώμενος ibid.; χρημάτων ἀδωρότατος ib. 65; ἐλπίδα χρήμασιν ὠνητήν Id. 3.40; μήτε χρημάτων φειδομένους μήτε πόνων Pl. Phd. 78a; ζημιοῦσθαι χρήμασιν Id. Lg. 721b; even of debts, διαλῦσαι τὰ χ. D. 20.12; δεθέντʼ ἐπὶ χρήμασιν ἐν τῷ δεσμωτηρίῳ Id. 24.168.—Acc. to Poll. 9.87 the Ion. used also the sg. in this sense, and so we find, ἐπὶ κόσῳ ἂν χρήματι . . ; for how much money . . ? Answ. ἐπʼ οὐδενί, Hdt. 3.38; ταύτην (sc. τὴν χλανίδα) πωλέω μὲν οὐδενὸς χ. δίδωμι δὲ ἄλλως ib. 139; also in Thgn. 197, χ. δʼ ὃ μὲν Διόθεν καὶ σὺν δίκῃ ἀνδρὶ γένηται; in Att., οὐδενὸς ἂν χ. δεξάμενοι at no price, And. 2.4; and in later Prose, fund, sum of money, Arch. f. Religionswiss. 10.211 ( Cos, ii B. C.); τὸ πλῆθος τοῦ χ. D.S. 13.106, cf. Act.Ap. 4.37, Luc. VH 1.20; χρήματα merchandise, Heraclit. 90, X. HG 1.6.37, Th. 3.74; property, substance, Berl.Sitzb. 1927.161 ( Cyrene).