Scaife ATLAS

CTS Library / Περὶ τῆς ἑαυτοῦ καθόδου

Περὶ τῆς ἑαυτοῦ καθόδου (2)

urn:cts:greekLit:tlg0027.tlg002.perseus-grc2:2
Refs {'start': {'reference': '2', 'human_reference': 'Section 2'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

τουτὶ τοίνυν τὸ μέγα καὶ δεινὸν πάρεστιν ὑμῖν ὁρᾶν τοὺς μὲν ἤδη πράττοντας, τοὺς δὲ τάχα μέλλοντας· καί μοι μέγιστον θαῦμα παρέστηκε, τί ποτε οὗτοι οἱ ἄνδρες δεινῶς οὕτω περικάονται, εἴ τι ὑμᾶς χρὴ ἀγαθὸν ἐμοῦ ἐπαυρέσθαι. δεῖ γὰρ αὐτοὺς ἤτοι ἀμαθεστάτους εἶναι πάντων ἀνθρώπων, τῇ πόλει ταύτῃ δυσμενεστάτους. εἰ μέν γε νομίζουσι τῆς πόλεως εὖ πραττούσης καὶ τὰ ἴδια σφῶν αὐτῶν ἄμεινον ἂν φέρεσθαι, ἀμαθέστατοί εἰσι τὰ ἐναντία νῦν τῇ ἑαυτῶν ὠφελείᾳ σπεύδοντες·

Tokens

τουτὶ 1 w 5
τοίνυν 1 w 11
τὸ 1 w 13
μέγα 1 w 17
καὶ 1 w 20
δεινὸν 1 w 26
πάρεστιν 1 w 34
ὑμῖν 1 w 38
ὁρᾶν 1 w 42
τοὺς 1 w 46
μὲν 1 w 49
ἤδη 1 w 52
πράττοντας 1 w 62
τοὺς 2 w 67
δὲ 1 w 69
τάχα 1 w 73
μέλλοντας 1 w 82
καί 1 w 86
μοι 1 w 89
μέγιστον 1 w 97
θαῦμα 1 w 102
παρέστηκε 1 w 111
τί 1 w 114
ποτε 1 w 118
οὗτοι 1 w 123
οἱ 1 w 125
ἄνδρες 1 w 131
δεινῶς 1 w 137
οὕτω 1 w 141
περικάονται 1 w 152
εἴ 1 w 155
τι 2 w 157
ὑμᾶς 1 w 161
χρὴ 1 w 164
ἀγαθὸν 1 w 170
ἐμοῦ 1 w 174
ἐπαυρέσθαι 1 w 184
δεῖ 1 w 188
γὰρ 1 w 191
αὐτοὺς 1 w 197
ἤτοι 1 w 201
ἀμαθεστάτους 1 w 213
εἶναι 1 w 218
πάντων 1 w 224
ἀνθρώπων 1 w 232
1 w 234
τῇ 1 w 236
πόλει 1 w 241
ταύτῃ 1 w 246
δυσμενεστάτους 1 w 260
εἰ 1 w 263
μέν 1 w 266
γε 1 w 268
νομίζουσι 1 w 277
τῆς 1 w 280
πόλεως 1 w 286
εὖ 1 w 288
πραττούσης 1 w 298
καὶ 2 w 301
τὰ 1 w 303
ἴδια 1 w 307
σφῶν 1 w 311
αὐτῶν 1 w 316
ἄμεινον 1 w 323
ἂν 1 w 325
φέρεσθαι 1 w 333
ἀμαθέστατοί 1 w 345
εἰσι 1 w 349
τὰ 2 w 351
ἐναντία 1 w 358
νῦν 1 w 361
τῇ 2 w 363
ἑαυτῶν 1 w 369
ὠφελείᾳ 1 w 376
σπεύδοντες 1 w 386

Dictionary Citations

LSJ

ἀμαθής
ignorant, stupid, Hdt. 1.33, Democr. 169, etc.; ἔθνεα ἀμαθέστατα Hdt. 4.46; ἀνὴρ πένης, εἰ καὶ γένοιτο μὴ ἀ. E. Supp. 421, al., Ar. Nu. 135; ἀ. καὶ βδελυρός Id. Eq. 193; ἀμαθεστάτους πάντων ἀνθρώπων And. 2.2; ἀ. τὴν [ἐκείνων] ἀμαθίαν Pl. Ap. 22e; opp. δεξιός, Th. 3.82; of animals, such as wild boars, unmanageable, θυμώδη καὶ ἀ. Arist. HA 488b14: c. gen. rei, without knowledge of a thing, unlearned in it, -έστερος τοῦ καλοῦ E. Or. 417; λῃστείας Th. 4.41, cf. 3.37; ἀ. περί τινος Pl. Erx. 394e; τι La. 194d; πρός τι Lg. 679d. Adv. -θῶς ignorantly, through ignorance, ἥμαρτον E. Ph. 874: Comp. -έστερον, τῶν νόμων ὑπεροψίας παιδεύεσθαι to be educated with too little learning to despise the laws, Th. 1.84; -έστερόν πως εἰπὲ καὶ σαφέστερον less learnedly, Ar. Ra. 1445.
ἐπαυρέω
1 τοῦ πολλοὶ ἐπαυρίσκονται Il. 13.733; μόχθων ἀμοιβὰν ἐπαύρεο Pi. N. 5.49; τοῦδʼ ἐπαυρέσθαι θέλω E. IT 529, cf. A.R. 1.677, 4.964; μικροῦ δὲ βιότου ζῶντʼ ἐπαυρέσθαι χρεών Trag.Adesp. 95.4 ( = Com.Adesp. 1207.4); τῆς ζόης ἐ. Herod. 3.2, cf. 7.26; τῆς ἐλευθερίας Plb. 18.11.7; οὐδὲ φάους . . πολλὸν ἐπαυράμενον IG 12(7).302.5 ( Amorgos), cf. Epigr.Gr. 839 ( Lebena): rare in Prose, εἰ . . χρὴ ἀγαθὸν ἐμοῦ ἐπαυρέσθαι And. 2.2; ἀποδοτέον . . ὅσον ἐπηύρετο Arist. EN 1163a20; τάχα δʼ ἄν τι καὶ τοῦ οὐνόματος ἐπαύροιτο may have got his fate from his name, Hdt. 7.180; τίνʼ αἰτίαν σχὼν ἧς ἐπηυρόμην ἐγώ; E. Hel. 469.
ἴδιος
3 τὰ ἴ. private interests, opp. public, Th. 1.82, 2.61, etc.; oneʼs own property, Id. 1.141, etc.; τὰ ἴ. πράττειν mind oneʼs own business, in later Gr., Phryn. 405, cf. 1 Ep.Thess. 4.11; μένειν ἐπὶ τῶν ἰ. Plb. 2.57.5; εἰς τὸ ἴ. καταθέσθαι for self, X. An. 1.3.3, etc.: with Pron., τοὐμὸν ἴ. εἰπεῖν my personal opinion, Isoc. 6.8; τὰ ἐμὰ ἴ. D. 50.66; τὰ αὑτοῦ ἴ. Thgn. 440 (dub.l.), cf. Antipho 5.61, Isoc. 8.127; τὰ ὑμέτερα ἴ. D. 19.307; τὰ ἴ. σφῶν αὐτῶν, τὰ ἴ. τὰ σφέτερα αὐτῶν, And. 2.2, 3.36; ἔγωγε τοὐμὸν ἴ. I for my own part, Luc. Merc.Cond. 9.
πάρειμι
III πάρεστί μοι it depends on me, is in my power to do, c. inf., τοιαῦθʼ ἑλέσθαι σοι πάρεστιν ἐξ ἐμοῦ A. Eu. 867, cf. S. Ph. 364, etc. : also impf. παρῆν Hdt. 8.20, 9.70 : without dat., παρῆν . . κλύειν A. Pers. 401; πάρεστι χαίρειν Ar. Pl. 638; ὁρᾶν πάρεστιν Democr. 164, cf. And. 2.2, etc.
παρίστημι
IV happen to one, τῷ δὴ λέγουσι. . θῶμα μέγιστον παραστῆναι Hdt. 1.23 ; τὸ φρονεῖν ἀλλοῖα παρίσταται Emp. 108 ; esp. come into oneʼs head, occur to one, τὼς νόος ἀνθρώποισι παριστᾶται Parm. 16.2 ; δόξα μοι παρεστάθη ναοὺς ἱκέσθαι S. OT 911 ; δόξα π. τινὶ ὥστε . . Pl. Phd. 66b ; σοὶ τοῦτο παρέστηκεν, ὡς . . Id. Phdr. 233c ; π. θαῦμα, γνώμη, And. 2.2, 24 (s.v.l.) ; ἔκπληξις παρέστη Th. 8.96 : impers., παρίσταταί μοι it occurs to me ; τῷ οὐ παραστήσεται . . τεθνάναι βούλεσθαι to whom it will not occur to wish for death, Hdt. 7.46: folld. by ὡς, Th. 4.61, 95, Lys. 12.62, etc. : c. inf., Id. 7.17; οὐχὶ παρίσταταί μοι ταὐτὰ γιγνώσκειν D. 3.1 : c. acc. et inf., Lys. 21.12, Pl. Phd. 58e; part., τὸ παριστάμενον that which comes into oneʼs head, a thought, Luc. Cont. 13 ; ἐκ τοῦ π. λέγειν speak offhand, Plu. Dem. 9, cf. Gal. 14.295.
περικαίω
II inflame, excite, τῆς φιλοτεκνίας περιέκαιεν ἐκείνη φύσις LXX 4 Ma. 16.3 :— Pass., And. 2.2.
σπεύδω
c promote or further zealously, press or urge on, τι τῶν φέρει φρήν A. Supp. 599 (lyr.); τὸ σὸν σ. ἅμα καὶ τοὐμόν S. El. 251; τὸ σὸν ἀγαθόν E. Hec. 120 (lyr.); τὸ ἐφʼ ἑαυτὸν ἕκαστος σ. Th. 1.141; σ. ἀσπούδαστʼ ἐπὶ σοὶ δαίμων E. IT 201 (lyr.); τὰ ἐναντία τῇ ἑαυτῶν ὠφελείᾳ σ. And. 2.2; in arguing, σεαυτῷ τὰ ἐναντία σ. Pl. Prt. 361a; σ. τοῦτο, ὅπως . . Id. Lg. 687e; μὴ σπεῦδʼ ἃ μὴ δεῖ, μηδʼ ἃ δεῖ σπεύδειν μένε Men. Mon. 344: c. dat., οἱ Χαιρέᾳ σπεύδοντες the partisans of Chaereas, Charito 6.1: ἐς τὰ Ἑλλήνων σ. Philostr. VA 5.8: folld. by a conj., εἰς τοὺς πλουσίους σπεύσω σʼ ὅπως ἂν ἐγγραφῇς Ar. Eq. 926:— Med., σπευδομένα θυσίαν A. Ag. 151 (lyr.): — Pass., ξυνὸν πᾶσι ἀγαθὸν σπεύδεται Hdt. 7.53; ἐσπευσμέναι χρεῖαι pressing needs, Luc. Am. 33.
ὠφέλεια
II profit, advantage, βούλευμα ἀπʼ οὗ . . οὐδεμία ἔμελλε ὠφελίη ἔσεσθαι Hdt. l.c.; εἴ τις ὠφέλειά γε S. El. 944; τὴν κοινὴν ὠ. φυλάξαι the common interest of all, Th. 6.80; τίς ἂν εἴη ἡμῖν ὠ. εἰδόσιν αὐτό; Pl. Chrm. 167b; opp. βλάβη, X. Cyr. 6.2.13, Pl. (v. infr. 2), etc.; opp. ζημία, X. Mem. 2.3.6; ἐπʼ ὠφελείᾳ ἐστί τι ib. 1.4.4: c. gen. subjecti, τὴν ὠ. τὴν τῶν τειχέων their utility, Hdt. 7.139: c. gen. objecti, ἐπʼ ὠφελίᾳ τῶν φίλων for their benefit, Pl. R. 334b; ὠφελίας ἕνεκα ib. 398b; ἐναντία τῇ ἑαυτῶν ὠ. And. 2.2; ἐν ὠ. ἐστί ʼtis of use, X. Vect. 4.35; after ὠφελεῖν, cf. ὠφελέω I.5.