Scaife ATLAS

CTS Library / Περὶ τῆς ἑαυτοῦ καθόδου

Περὶ τῆς ἑαυτοῦ καθόδου (18)

urn:cts:greekLit:tlg0027.tlg002.perseus-grc2:18
Refs {'start': {'reference': '18', 'human_reference': 'Section 18'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ἀλλʼ ὅμως οὗτοι στεφανοῦνταί γε ὑφʼ ὑμῶν καὶ ἀνακηρύττονται ὡς ὄντες ἄνδρες ἀγαθοί. καὶ οὐκ ἐρῶ ὡς οὐ δικαίως· μεγάλη γὰρ ἐστιν ἀρετή, ὅστις τὴν ἑαυτοῦ πόλιν ὁτῳοῦν δύναται τρόπῳ ἀγαθόν τι ἐργάζεσθαι. ἀλλʼ οὖν γιγνώσκειν γε χρὴ ὅτι ἐκεῖνος ἂν εἴη πολὺ πλείστου ἄξιος ἀνήρ, ὅστις τοῖς ἑαυτοῦ παρακινδυνεύων χρήμασί τε καὶ σώματι τολμῴη ἀγαθόν τι ποιεῖν τοὺς ἑαυτοῦ πολίτας.

Tokens

ἀλλʼ 1 w 4
ὅμως 1 w 8
οὗτοι 1 w 13
στεφανοῦνταί 1 w 25
γε 1 w 27
ὑφʼ 1 w 30
ὑμῶν 1 w 34
καὶ 1 w 37
ἀνακηρύττονται 1 w 51
ὡς 1 w 53
ὄντες 1 w 58
ἄνδρες 1 w 64
ἀγαθοί 1 w 70
καὶ 2 w 74
οὐκ 1 w 77
ἐρῶ 1 w 80
ὡς 2 w 82
οὐ 2 w 84
δικαίως 1 w 91
μεγάλη 1 w 98
γὰρ 1 w 101
ἐστιν 1 w 106
ἀρετή 1 w 111
ὅστις 1 w 117
τὴν 1 w 120
ἑαυτοῦ 1 w 126
πόλιν 1 w 131
ὁτῳοῦν 1 w 137
δύναται 1 w 144
τρόπῳ 1 w 149
ἀγαθόν 1 w 155
τι 3 w 157
ἐργάζεσθαι 1 w 167
ἀλλʼ 2 w 172
οὖν 1 w 175
γιγνώσκειν 1 w 185
γε 2 w 187
χρὴ 1 w 190
ὅτι 1 w 193
ἐκεῖνος 1 w 200
ἂν 1 w 202
εἴη 1 w 205
πολὺ 1 w 209
πλείστου 1 w 217
ἄξιος 1 w 222
ἀνήρ 1 w 226
ὅστις 2 w 232
τοῖς 1 w 236
ἑαυτοῦ 2 w 242
παρακινδυνεύων 1 w 256
χρήμασί 1 w 263
τε 3 w 265
καὶ 3 w 268
σώματι 1 w 274
τολμῴη 1 w 280
ἀγαθόν 2 w 286
τι 7 w 288
ποιεῖν 1 w 294
τοὺς 1 w 298
ἑαυτοῦ 3 w 304
πολίτας 1 w 311

Dictionary Citations

LSJ

στεφανόω
II Hom. in Act., crown, wreathe, χαίταν Pi. O. 14.24; Ὀρέστην σ. E. Or. 924; κρᾶτα κισσίνοις βλαστήμασιν Id. Ba. 177; στεφάνοις ib. 101 (lyr.); c. gen., πίτυος Longus 2.31; σ. τινὰ ὡς σωτῆρα And. 1.45; τὸν νικῶντα θαλλῷ Pl. Lg. 946b; νῖκαι σ. τινά Pi. N. 11.21; of crowning a corpse, Ar. Ec. 538; a tomb, IG 1(2).1037, Sammelb. 7457.10 (iii/ii B.C.), Luc. Cont. 22, PLips. 30.2 (iii A.D.); ships, Plu. Sollert. 2.981e; of the nuptial crown, LXX Ca. 3.11; κατηρῶντο τοῖς ἐστεφανωμένοις newly wedded couples, Lib. Or. 33.29; στεφανοῦν εὐαγγέλια crown one for good tidings, Ar. Eq. 647; στεφανοῦσα, title of a statue by Praxiteles (v. στέφω III), cf. Ath. 12.534d:— Pass., to be crowned or rewarded with a crown, Hdt. 7.55, 8.59, PCair.Zen. l.c., 2 Ep.Ti. 2.5; ἐλαίᾳ Pi. O. 4.13; ποίᾳ Id. P. 8.19; φυτὸν στεφανούμενος Ach.Tat. 1.5; σ. καὶ ἀνακηρύττεσθαι And. 2.18:— Med., crown oneself, στεφανωσαμένη δρυῒ καὶ . . σπείραισι δρακόντων S. Fr. 535 (anap.); στεφανοῦσθε κισσῷ E. Ba. 106 (lyr.); στεφανωσάμενος καλάμῳ Ar. Nu. 1006; στεφανωσάμενος αὐτόν (sc. τὸν στέφανον) Phalar. Ep. 40; στεφανοῦνται τῶν ἀνθέων Philostr. Her. 12a. 2; τῆς πίτυος D.Chr. 9.10: also abs., of one going to sacrifice, Th. 4.80; τῷ θεῷ X. HG 4.3.21; at a festival, Ar. Ach. 1145, Men. 518.15, etc.; win a crown, of the victor at the games, Pi. O. 7.15, 81, 12.17, N. 6.19:— Pass., c. dupl. acc., ἐστεφανώθη Ἐλεύθερος . . Ἁδριάνεια πάλην IG 2(2).2087.64 (ii A.D.).