Scaife ATLAS

CTS Library / Περὶ τῆς ἑαυτοῦ καθόδου

Περὶ τῆς ἑαυτοῦ καθόδου (16)

urn:cts:greekLit:tlg0027.tlg002.perseus-grc2:16
Refs {'start': {'reference': '16', 'human_reference': 'Section 16'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

οὗ δὴ καὶ μάλιστʼ ἐμαυτὸν ἀπωλοφυράμην· ὅστις τοῦτο μὲν ἐν ἐδόκει δῆμος κακοῦσθαι, ἐγὼ ἀντὶ τούτου κακὰ εἶχον, τοῦτο δὲ ἐπειδὴ ἐφαίνετο εὖ[*] ὑπʼ ἐμοῦ πεπονθώς, πάλιν αὖ καὶ διὰ τοῦτʼ ἐγὼ ἀπωλλύμην.[*] ὥστε ὁδόν τε καὶ πόρον μηδαμῇ ἔτι εἶναί μοι εὐθαρσεῖν· ὅποι[*] γὰρ τραποίμην, πάντοθεν κακόν τί μοι ἐφαίνετο ἑτοιμαζόμενον. ἀλλʼ ὅμως καὶ ἐκ τούτων τοιούτων ὄντων ἀπαλλαγεὶς οὐκ ἔστιν τι ἕτερον ἔργον περὶ πλείονος ἐποιούμην τὴν πόλιν ταύτην ἀγαθόν τι ἐργάσασθαι.

Tokens

οὗ 1 w 2
δὴ 1 w 4
καὶ 1 w 7
μάλιστʼ 1 w 14
ἐμαυτὸν 1 w 21
ἀπωλοφυράμην 1 w 33
ὅστις 1 w 39
τοῦτο 1 w 44
μὲν 1 w 47
ἐν 1 w 49
1 w 50
ἐδόκει 1 w 56
1 w 57
δῆμος 1 w 62
κακοῦσθαι 1 w 71
ἐγὼ 1 w 75
ἀντὶ 1 w 79
τούτου 1 w 85
κακὰ 1 w 89
εἶχον 1 w 94
τοῦτο 2 w 100
δὲ 1 w 102
ἐπειδὴ 1 w 108
ἐφαίνετο 1 w 116
εὖ 1 w 118
εὖ 2 w 120
add 1 w 123
Ald 1 w 127
ὑπʼ 1 w 131
ἐμοῦ 1 w 135
πεπονθώς 1 w 143
πάλιν 1 w 149
αὖ 1 w 151
καὶ 2 w 154
διὰ 1 w 157
τοῦτʼ 1 w 162
ἐγὼ 2 w 165
ἀπωλλύμην 1 w 174
ἀπωλλύμην 2 w 184
ci 1 w 186
Bekker 1 w 193
ἀπολοίμην 1 w 203
codd 1 w 207
ὥστε 1 w 212
ὁδόν 1 w 216
τε 2 w 218
καὶ 3 w 221
πόρον 1 w 226
μηδαμῇ 1 w 232
ἔτι 1 w 235
εἶναί 1 w 240
μοι 1 w 243
εὐθαρσεῖν 1 w 252
ὅποι 1 w 257
ὅποι 2 w 261
Reiske 1 w 267
ὅπου 1 w 272
codd 2 w 276
γὰρ 1 w 280
τραποίμην 1 w 289
πάντοθεν 1 w 298
κακόν 1 w 303
τί 1 w 305
μοι 2 w 308
ἐφαίνετο 2 w 316
ἑτοιμαζόμενον 1 w 329
ἀλλʼ 1 w 334
ὅμως 1 w 338
καὶ 4 w 341
ἐκ 1 w 343
τούτων 1 w 349
τοιούτων 1 w 357
ὄντων 1 w 362
ἀπαλλαγεὶς 1 w 372
οὐκ 1 w 375
ἔστιν 1 w 380
6 w 381
τι 4 w 383
ἕτερον 1 w 389
ἔργον 1 w 394
περὶ 1 w 398
πλείονος 1 w 406
ἐποιούμην 1 w 415
1 w 416
τὴν 1 w 419
πόλιν 1 w 424
ταύτην 1 w 430
ἀγαθόν 1 w 436
τι 5 w 438
ἐργάσασθαι 1 w 448

Dictionary Citations

LSJ

εὐθαρσέω
to be of good courage, And. 2.16: prob. to be written divisim in A. Th. 34, Supp. 1015.
κακόω
maltreat, distress, in Hom. always of persons, κεκακωμένοι ἐν Πύλῳ ἦμεν, ἐλθὼν γάρ ῥʼ ἐκάκωσε βίη Ἡρακληείη Il. 11.689; μηδὲ . . κάκου κεκακωμένον afflict not the afflicted, Od. 4.754; ἠμὲν κυδῆναι . . βροτὸν ἠδὲ κακῶσαι 16.212, cf. 20.99; ὅσοι παθόντες εὖ κακοῦσί μʼ ἐκδίκως A. Pr. 976; κ. [ θεὸς] δῶμα Id. Fr. 156; κ. τοὺς ἀναιτίους E. HF 1162; τοὺς Ἀθηναίους Th. 8.32; τὸν δῆμον Lys. 13.91; ἑαυτούς Pl. Mx. 248c:—in Pass., to be in ill plight, be distressed, κεκακωμένος ἅλμῃ befouled with brine, Od. 6.137 (v. supr.): generally, Hdt. 1.170, al., A. Pers. 728 (troch.), S. OC 261, And. 2.16, Th. 4.25; πρὸς θεῶν κακοῦται E. Hel. 268; ἐκάκωτο ὑπὸ τῆς πορείας X. An. 4.5.35; ἐκ πυρετοῖο AP 11.382.1 ( Agath.).
πόρος
II way or means of achieving, accomplishing, discovering, etc., οὐκ ἐδύνατο π. οὐδένα τούτου ἀνευρεῖν Hdt. 2.2; οὐδεὶς π. ἐφαίνετο τῆς ἁλώσιος Id. 3.156; τῶν ἀδοκήτων π. ηὗρε θεός E. Med. 1418 (anap.); π. ὁδοῦ a means of performing the journey, Ar. Pax 124; π. ζητήματος Pl. Tht. 191a; but also π. κακῶν a means of escaping evils, a way out of them, E. Alc. 213 (lyr.): c. inf., πόρος νοῆσαι Emp. 4.12; π. εὐθαρσεῖν And. 2.16; π. τις μηχανή τε . . ἀντιτείσασθαι E. Med. 260: with Preps., π. ἀμφί τινος A. Supp. 806 codd. (lyr.); περί τινος dub. in Ar. Ec. 653; πόροι πρὸς τὸ πολεμεῖν X. An. 2.5.20.