Scaife ATLAS

CTS Library / Κατὰ Τιμάρχου

Κατὰ Τιμάρχου (189)

urn:cts:greekLit:tlg0026.tlg001.perseus-grc2:189
Refs {'start': {'reference': '189', 'human_reference': 'Section 189'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

τίνι δʼ ὑμῶν οὐκ εὔγνωστός ἐστιν Τιμάρχου βδελυρία; ὥσπερ γὰρ τοὺς γυμναζομένους, κἂν μὴ παρῶμεν ἐν τοῖς γυμνασίοις, εἰς τὰς εὐεξίας αὐτῶν ἀποβλέποντες γιγνώσκομεν, οὕτω τοὺς πεπορνευμένους, κἂν μὴ παρῶμεν αὐτῶν τοῖς ἔργοις, ἐκ τῆς ἀναιδείας καὶ τοῦ θράσους καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων γιγνώσκομεν. γὰρ ἐπὶ τῶν μεγίστων τοὺς νόμους καὶ τὴν σωφροσύνην ὑπεριδών, ἔχει τινὰ ἕξιν τῆς ψυχῆς διάδηλος ἐκ τῆς ἀκοσμίας τοῦ τρόπου γίγνεται.

Tokens

τίνι 1 w 4
δʼ 1 w 6
ὑμῶν 1 w 10
οὐκ 1 w 13
εὔγνωστός 1 w 22
ἐστιν 1 w 27
1 w 28
Τιμάρχου 1 w 36
βδελυρία 1 w 44
ὥσπερ 1 w 50
γὰρ 1 w 53
τοὺς 1 w 57
γυμναζομένους 1 w 70
κἂν 1 w 74
μὴ 1 w 76
παρῶμεν 1 w 83
ἐν 1 w 85
τοῖς 1 w 89
γυμνασίοις 1 w 99
εἰς 1 w 103
τὰς 1 w 106
εὐεξίας 1 w 113
αὐτῶν 1 w 118
ἀποβλέποντες 1 w 130
γιγνώσκομεν 1 w 141
οὕτω 1 w 146
τοὺς 2 w 150
πεπορνευμένους 1 w 164
κἂν 2 w 168
μὴ 2 w 170
παρῶμεν 2 w 177
αὐτῶν 2 w 182
τοῖς 2 w 186
ἔργοις 1 w 192
ἐκ 1 w 195
τῆς 1 w 198
ἀναιδείας 1 w 207
καὶ 1 w 210
τοῦ 1 w 213
θράσους 1 w 220
καὶ 2 w 223
τῶν 3 w 226
ἐπιτηδευμάτων 1 w 239
γιγνώσκομεν 2 w 250
1 w 252
γὰρ 2 w 255
ἐπὶ 1 w 258
τῶν 4 w 261
μεγίστων 1 w 269
τοὺς 3 w 273
νόμους 1 w 279
καὶ 3 w 282
τὴν 1 w 285
σωφροσύνην 1 w 295
ὑπεριδών 1 w 303
ἔχει 1 w 308
τινὰ 1 w 312
ἕξιν 1 w 316
τῆς 2 w 319
ψυχῆς 1 w 324
1 w 325
διάδηλος 1 w 333
ἐκ 2 w 335
τῆς 3 w 338
ἀκοσμίας 1 w 346
τοῦ 2 w 349
τρόπου 1 w 355
γίγνεται 1 w 363

Dictionary Citations

LSJ

εὐεξία
good habit of body, good health, Hp. Aph. 1.3 (pl.); σαρκός E. Fr. 201; εὐ. τῶν σωμάτων καὶ καχεξία Pl. Grg. 450a, cf. Arist. EN 1129a19, Top. 105a31; εὐ. πολιτική bodily vigour required of a citizen, Id. Pol. 1335b6; ὑγίεια καὶ εὐ. Pl. R. 559a: pl., εὐεξίαι τῶν σωμάτων Id. Prt. 354b, cf. Aeschin. 1.189, Plb. 1.57.1, v.l. in Isoc. 4.1; περὶ εὐεξίας (opp. ὑγίεια, as temporary high condition to permanent health), title of work by Gal. 4.750, 1.408, Thras. 12; νικᾶν εὐεξίαν, εὐεξίᾳ, SIG 1060 (iv/iii B.C.), 1061 (ii B.C.).
θράσος
II over-boldness, rashness, insolence, ἐς τοῦτο θράσεος (v.l. θάρσεος) ἀνήκει Hdt. 7.9.γʹ, cf. A. Pr. 42, D. 21.194, etc.; παμμάχῳ θράσει βρύων A. Ag. 169 (lyr.), cf. Pers. 831; προβᾶσʼ ἐπʼ ἔσχατον θράσους S. Ant. 853 (lyr.); τόλμαις καὶ φρενῶν θράσει Id. Aj. 46; πεπύργωσαι θράσει E. Or. 1568; πανουργίᾳ τε καὶ θράσει Ar. Eq. 331, cf. 637; θράσει ἀπίστῳ ἐπαιρόμενος Th. 1.120; τοῦ θράσους ἐπισχεῖν τινα Pl. Hp.Ma. 298a; τὸ τὴν τοῦ βελτίονος δόξαν μὴ φοβεῖσθαι διὰ θράσος Id. Lg. 701b; ἀναίδεια καὶ θ. Aeschin. 1.189; opp. αἰδώς, Arist. Cael. 291b26; θράσος μὲν γάρ ἐστιν ἄλογος ὁρμή, θάρσος δὲ ἔλλογος ὁρμή Ammon. Diff. p.71 V.; οἷον πέπονθε τὸ θάρσος πρὸς τὸ θράσος Arist. EE 1234b12, cf. Eus.Mynd. 56, Luc. Musc.Enc. 5.—This distn. holds good in Att. Prose: θάρσος is not found in Com.; θαρσύνω and θρασύνω are used indifferently; θρασέω and θαρσύς are not found; cf. θρασύς fin., θρασύτης.