Scaife ATLAS

CTS Library / Κατὰ Τιμάρχου

Κατὰ Τιμάρχου (187)

urn:cts:greekLit:tlg0026.tlg001.perseus-grc2:187
Refs {'start': {'reference': '187', 'human_reference': 'Section 187'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

τί οὖν δὴ λέξετε οἱ τῆς ψήφου νυνὶ γεγονότες κύριοι, ὅταν οἱ ὑμέτεροι παῖδες ὑμᾶς ἔρωνται, εἰ κατεδικάσατε ἀπεψηφίσασθε; οὐχ ἅμα Τίμαρχον ἀπολῦσαι ὁμολογήσετε, καὶ τὴν κοινὴν παιδείαν ἀνατρέψετε; τί δʼ ὄφελος παιδαγωγοὺς τρέφειν παιδοτρίβας καὶ διδασκάλους τοῖς παισὶν ἐφιστάναι, ὅταν οἱ τὴν τῶν νόμων παρακαταθήκην ἔχοντες πρὸς τὰς αἰσχύνας κατακάμπτωνται;

Tokens

τί 1 w 2
οὖν 1 w 5
δὴ 1 w 7
λέξετε 1 w 13
οἱ 1 w 15
τῆς 1 w 18
ψήφου 1 w 23
νυνὶ 1 w 27
γεγονότες 1 w 36
κύριοι 1 w 42
ὅταν 1 w 47
οἱ 2 w 49
ὑμέτεροι 1 w 57
παῖδες 1 w 63
ὑμᾶς 1 w 67
ἔρωνται 1 w 74
εἰ 1 w 77
κατεδικάσατε 1 w 89
1 w 90
ἀπεψηφίσασθε 1 w 102
οὐχ 1 w 106
ἅμα 1 w 109
Τίμαρχον 1 w 117
ἀπολῦσαι 1 w 125
ὁμολογήσετε 1 w 136
καὶ 1 w 140
τὴν 1 w 143
κοινὴν 1 w 149
παιδείαν 1 w 157
ἀνατρέψετε 1 w 167
τί 2 w 170
δʼ 1 w 172
ὄφελος 1 w 178
παιδαγωγοὺς 1 w 189
τρέφειν 1 w 196
2 w 197
παιδοτρίβας 1 w 208
καὶ 2 w 211
διδασκάλους 1 w 222
τοῖς 1 w 226
παισὶν 1 w 232
ἐφιστάναι 1 w 241
ὅταν 2 w 246
οἱ 3 w 248
τὴν 2 w 251
τῶν 1 w 254
νόμων 1 w 259
παρακαταθήκην 1 w 272
ἔχοντες 1 w 279
πρὸς 1 w 283
τὰς 1 w 286
αἰσχύνας 1 w 294
κατακάμπτωνται 1 w 308

Dictionary Citations

LSJ

κατακάμπτω
III κ. ἐλπίδας bend down, overthrow hopes, E. Tr. 1252 (Burges, -γναψε codd., anap.):— Pass., to be bent (by entreaty), Aeschin. 1.187.
παρακαταθήκη
deposit of money or property entrusted to oneʼs care, Hdt. 5.92.ηʹ; αἱ τῶν χρημάτων π. Isoc. 1.22; π. Ἀθηναίας, i.e. deposited in her temple, IG 2(2).1407.42; π. ἔχειν ib. 12.116.16, Th. 2.72, cf. Anaxandr. 55.1; π. χρυσίου ἢ ἀργυρίου δεξάμενος Pl. R. 442e; π. καταθέσθαι παρά τινι Lys. 32.16, cf. 5; ἀποδιδόναι to restore it, Arist. EN 1135b7; ἀποστερῆσαι to withhold it, Id. Rh. 1383b21; ἐν π. δοθῆναι, ἔχειν, Plb. 5.74.5, Mitteis Chr. 372 vi 19 (ii A. D.); αἱ π. τῆς τραπέζης banking deposits, D. 36.6: metaph., ταῦτʼ (sc. τοὺς νόμους) ἔχεθʼ . . παρὰ τῶν ἄλλων ὡσπερεὶ π. Id. 21.177; οἱ τὴν τῶν νόμων π. ἔχοντες Aeschin. 1.187.
τρέφω
2 rear and keep them, κύνας Il. 22.69, Od. 14.22, etc.; ἵππους Il. 2.766; λέοντος ἶνιν (v. σίνις) A. Ag. 717 (lyr.); μῆλα Id. Eu. 946 (lyr.); ὄφιν S. Fr. 226 (cj. for στρέφουσι) ; ἰκτῖνα Ar. Fr. 628; ὄρτυγας Eup. 214; ὄρνιθας Pl. Tht. 197c; οἱ τρέφοντες (sc. τοὺς ἐλέφαντας) the keepers, Arist. HA 571b33; τ. παιδαγωγούς Aeschin. 1.187; also τ. γυναῖκα E. IA 749; τ. [ἑταίραν], [πόρνας], keep . . , Antiph. 2, Diph. 87; ὁ τρέφων oneʼs master, Nicol.Com. 1.11, 36: metaph., αἰγιαλὸν ἔνδον τρέφει he keeps a sea-beach in the house, Ar. V. 110:— Pass., to be bred, reared, δοῦλος οὐκ ὠνητός, ἀλλʼ οἴκοι τραφείς S. OT 1123; ἐν τῇ σῇ οἰκίᾳ γέγονεν καὶ τέθραπται was born and bred, Pl. Men. 85e; Ἀγαθῖνον θρεμένον (i. e. τεθρεμμένον, = θρεπτόν, v. θρεπτός I) ἑαυτῶν MAMA 4.275 B ( Dionysopolis, ii A. D.); Νείκην τὴν θρεμένην μου ib. 276 A ( Dionysopolis, ii A. D.).