III
rub off, ἰόν Theoc. 16.17: metaph., πρὶν γῆρας ἀποτρῖψαι νεότητα Id. 24.133:— Pass., to be rubbed off, Arist. Col. 793a25:— Med., get rid of, ἀδοξίαν D. 1.11; ἐγκλήματα Aeschin. 1.179; τὸ πάθος Arist. EN 1105a2; διαβολάς D.S. 17.5; τὸν πόλεμον, τὸν κίνδυνον, Plb. 3.8.10, 10.14.1; τοὺς πελάζοντας ἀ. brush them away, Id. 3.102.5; τὴν ἄνθρωπον Plu. Mar. 40; quartanam Cic. Att. 7.5.5; λιμὸν τῆς γαστρός Plu. Stoic.rep. 2.1044b; decline, reject, ἡμέραν Inscr.Prien. 27.17; τὴν πεῖραν Plu. Thes. 26; δεήσεις Id. Brut. 17; τὰ διδόμενα OGI 315.82 ( Pessinus, ii B.C.).
3
μὴ πέρα προβῇς λόγου Cratin. 66; προβήσομαι ἐς τὸ πρόσω τοῦ λόγου Hdt. 1.5; προβάς φησιν . . further on, Demetr.Lac. Herc. 1012.12, cf. Phld. Rh. 1.87 S.; π. ἐκ τῶν κνημέων ἐς τοὺς μηρούς went on . . , Hdt. 6.75; προέβαινε τὸ ἔθνος ἄρχον καὶ ἐπιτροπεῦον the nation was organized in a series of overlordships and mandates, Id. 1.134; προὔβης τῶνδε καὶ περαιτέρω A. Pr. 249; π. ἐπʼ ἔσχατον θράσους S. Ant. 853 (lyr.); οἷ προβαίνει τὸ πρᾶγμα τοῦ βουλεύματος Ar. Ach. 836; ποῖ προβήσεται λόγος; E. Hipp. 342; πέρας δὴ ποῖ κακῶν προβήσεται; Id. Or. 511, cf. 749; τὸ τῆς τύχης ἀφανὲς οἷ προβήσεται Id. Alc. 785; μὴ προβαίη μεῖζον ἢ τὸ νῦν κακόν Id. Med. 907; τὸ ἔθος ἐπὶ πολὺ προβαίνει Aeschin. 1.179: impers., εἰς τοῦτο προβέβηκε ὥστε . . it has gone so far that . . , Pl. Lg. 839c; π. πόρρω μοχθηρίας to be far gone in knavery, X. Ap. 30; π. εἰς τοῦτο ἔχθρας ὥστε . . D. 12.16; εἰς ἀταξίαν Aeschin. 3.38; μέχρι τίνος Plb. 2.1.3; ἐπὶ τὸ χεῖρον π. τὰ πράγματα Id. 5.30.6: in good sense, make progress, τοσοῦτον προβεβήκαμεν ὥστε . . Pl. Tht. 187a; of an enterprise, prosper, succeed, BGU 1209.10 (i B.C.), etc.
b
τὰ ὑπάρχοντα, much like τὰ ὑπηργμένα (A. 4 Pass.), a manʼs record, ἀνάξιον τῶν ὑ. τῇ πόλει καὶ πεπραγμένων τοῖς προγόνοις D. 8.49; τὰ κάλλιστα τῶν ὑ. your past record, Id. 18.95; ἡ ὑπάρχουσα αἰσχύνη the disgrace which has been incurred, Id. 19.217; τὰ ὑπάρχοντα [αὑτῷ] ἐγκλήματα Aeschin. 1.179.
useful, good of its kind, serviceable, [τόξα] χρηστὰ οὐδέν Hdt. 3.78; [ ἀτραπὸς] οὐδὲν χ. τισι Id. 7.215; χ. ἐπίπλοα Id. 1.94; [ γῆ] E. Hec. 594; οἰκία, opp. μοχθηρά, Pl. Grg. 504a; ἡ χ. μέλιττα, opp. οἱ κηφῆνες, Arist. HA 624b23: freq. of wholesome food, μελίτωμα Batr. 39; ποτόν, σῖτος, Pl. R. 438a; περὶ τὸ σῶμα Pl. Prt. 313d: c. gen., for a thing, νεύρων for the sinews, Ael. NA 14.21; ῥάφανος Alex. 15.8; ὄψον Antiph. 242, etc. (but pleasant to taste, nice, Thphr. Char. 2.10): generally, πολιτεία Isoc. 12.135; βίος Aeschin. 1.179; of victims and omens, auspicious, ἱρά, σφάγια, Hdt. 5.44, 9.61, 62; τελευτὴ χ. a happy end or issue, Id. 7.157; εἰ . . τοῦτό γε δοκέει ὑμῖν εἶναι χρηστόν Id. 5.92.αʹ: pl., τὰ χ., as Subst., benefits, kindnesses, Id. 1.41, 42; χρηστὰ φέρειν Id. 4.139; χρηστόν τι συμβουλεύειν, χρηστὰ ἐπιτηδεύειν, Ar. Nu. 793, Antipho 3.3.9; χρηστὰ λέγειν, πράττειν, etc., Men. 725, 787, etc.: but τὰ χ. also, happy event, ἐκτελοῖτο δὴ τὰ χ. A. Pers. 228 (troch.); prosperity, success, τὰ χ. δʼ αὔθʼ ἕκαστʼ ἔχει φίλους E. Hec. 1227.