Scaife ATLAS

CTS Library / Κατὰ Τιμάρχου

Κατὰ Τιμάρχου (157)

urn:cts:greekLit:tlg0026.tlg001.perseus-grc2:157
Refs {'start': {'reference': '157', 'human_reference': 'Section 157'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

πάλιν ἐκ τῶν μειρακίων καὶ τῶν ἐν παισὶν ἔτι καὶ νῦν ὄντων πρῶτον μὲν τὸν ἀδελφιδοῦν τὸν Ἰφικράτους, υἱὸν δὲ Τεισίου τοῦ Ῥαμνουσίου, ὁμώνυμον δὲ τοῦ νυνὶ κρινομένου·[*] ὃς εὐπρεπὴς ὢν ἰδεῖν τοσοῦτον ἀπέχει τῶν αἰσχρῶν, ὥστε πρώην ἐν τοῖς κατʼ ἀγροὺς Διονυσίοις κωμῳδῶν ὄντων ἐν Κολλυτῷ, καὶ Παρμένοντος τοῦ κωμικοῦ ὑποκριτοῦ εἰπόντος τι πρὸς τὸν χορὸν ἀνάπαιστον, ἐν ἦν εἶναί τινας πόρνους μεγάλους Τιμαρχώδεις, οὐδεὶς ὑπελάμβανεν εἰς τὸ μειράκιον, ἀλλʼ εἰς σὲ πάντες· οὕτω κληρονόμος εἶ τοῦ ἐπιτηδεύματος. πάλιν Ἀντικλέα τὸν σταδιοδρόμον καὶ Φειδίαν τὸν ἀδελφὸν τὸν[*] Μελησίου. ἔτι δὲ εἰπεῖν ἔχων πολλοὺς παύσομαι, ἵνα μὴ δοκῶ τὸν ἔπαινον θεραπείᾳ τινὶ κατʼ αὐτῶν ποιεῖσθαι.

Tokens

πάλιν 1 w 5
ἐκ 1 w 7
τῶν 1 w 10
μειρακίων 1 w 19
καὶ 1 w 22
τῶν 2 w 25
ἐν 1 w 27
παισὶν 1 w 33
ἔτι 1 w 36
καὶ 2 w 39
νῦν 1 w 42
ὄντων 1 w 47
πρῶτον 1 w 53
μὲν 1 w 56
τὸν 1 w 59
ἀδελφιδοῦν 1 w 69
τὸν 2 w 72
Ἰφικράτους 1 w 82
υἱὸν 1 w 87
δὲ 1 w 89
Τεισίου 1 w 96
τοῦ 1 w 99
Ῥαμνουσίου 1 w 109
ὁμώνυμον 1 w 118
δὲ 2 w 120
τοῦ 2 w 123
νυνὶ 1 w 127
κρινομένου 1 w 137
κρινομένου 2 w 148
Cobet 1 w 153
κρινομένου 3 w 164
Τιμάρχου 1 w 172
MSS 1 w 175
ὃς 1 w 178
εὐπρεπὴς 1 w 186
ὢν 1 w 188
ἰδεῖν 1 w 193
τοσοῦτον 1 w 201
ἀπέχει 1 w 207
τῶν 3 w 210
αἰσχρῶν 1 w 217
ὥστε 1 w 222
πρώην 1 w 227
ἐν 2 w 229
τοῖς 1 w 233
κατʼ 1 w 237
ἀγροὺς 1 w 243
Διονυσίοις 1 w 253
κωμῳδῶν 1 w 260
ὄντων 2 w 265
ἐν 3 w 267
Κολλυτῷ 1 w 274
καὶ 3 w 278
Παρμένοντος 1 w 289
τοῦ 3 w 292
κωμικοῦ 1 w 299
ὑποκριτοῦ 1 w 308
εἰπόντος 1 w 316
τι 2 w 318
πρὸς 1 w 322
τὸν 3 w 325
χορὸν 1 w 330
ἀνάπαιστον 1 w 340
ἐν 4 w 343
1 w 344
ἦν 1 w 346
εἶναί 1 w 351
τινας 1 w 356
πόρνους 1 w 363
μεγάλους 1 w 371
Τιμαρχώδεις 1 w 382
οὐδεὶς 1 w 389
ὑπελάμβανεν 1 w 400
εἰς 1 w 403
τὸ 4 w 405
μειράκιον 1 w 414
ἀλλʼ 1 w 419
εἰς 2 w 422
σὲ 1 w 424
πάντες 1 w 430
οὕτω 1 w 435
κληρονόμος 1 w 445
εἶ 2 w 447
τοῦ 5 w 450
ἐπιτηδεύματος 1 w 463
πάλιν 2 w 469
Ἀντικλέα 1 w 477
τὸν 4 w 480
σταδιοδρόμον 1 w 492
καὶ 4 w 495
Φειδίαν 1 w 502
τὸν 5 w 505
ἀδελφὸν 1 w 512
τὸν 6 w 515
τὸν 7 w 518
Bekker 1 w 524
τοῦ 6 w 528
MSS 2 w 531
Μελησίου 1 w 540
ἔτι 2 w 544
δὲ 3 w 546
εἰπεῖν 1 w 552
ἔχων 1 w 556
πολλοὺς 1 w 563
παύσομαι 1 w 571
ἵνα 1 w 575
μὴ 1 w 577
δοκῶ 1 w 581
τὸν 8 w 584
ἔπαινον 1 w 591
θεραπείᾳ 1 w 599
τινὶ 1 w 603
κατʼ 2 w 607
αὐτῶν 1 w 612
ποιεῖσθαι 1 w 621

Dictionary Citations

LSJ

Διονύσια
festival of Dionysus, IG 1(2).57, Foed. ap. Th. 5.23, etc.; τὰ ἐν ἄστει IG 2(2).1299.31; τὰ ἀστικά Th. 5.20; τὰ μεγάλα IG 2(2).654.41; τὰ κατʼ ἀγρούς Ar. Ach. 202, Aeschin. 1.157; τὰ ἐπὶ Ληναίῳ IG 2.741.10; elsewh., SIG 285.14 ( Erythrae), IG 12(1).6.3 (Rhodes, from Erythrae), etc.; Δ. παίδων ib. 11 (2).105 ( Delos, iii B. C.), al.
κατά
2 on, over, throughout a space, freq. in Hom., καθʼ Ἑλλάδα καὶ μέσον Ἄργος Od. 1.344; κατʼ Ἀχαΐδα, κ. Τροίην, Il. 11.770, 9.329; κατʼ ἠερόεντα κέλευθα Od. 20.64; κ. πόντον, κῦμα, ὕλην, Il. 4.276, 6.136, 3.151; κ. πτόλιν Od. 2.383; κ. ἄστυ, οἶκον, Il. 18.286, 6.56; κ. ὅμιλον, στρατόν, 3.36, 1.229; κ. κλισίας τε νέας τε ib. 487; πόλεμον κάτα δακρυόεντα 17.512; κ. ὑσμίνην, μόθον, κλόνον, 5.84, 18.159, 16.331; τὸ ὕδωρ κ. τοὺς ταφροὺς ἐχώρει X. Cyr. 7.5.16, etc. (in later Gr. of motion to a place, κ. τὴν Ἰταλίαν Zos. 3.1); καθʼ Ἑλλάδα A. Ag. 578; κ. πτόλιν Id. Th. 6; αἱ σκηναὶ αἱ κ. τὴν ἀγοράν D. 18.169; τὰ κατʼ ἀγροὺς Διονύσια Aeschin. 1.157, etc.; κ. τὸ προάστιον Hdt. 3.54; τύμβον κατʼ αὐτόν A. Th. 528, cf. Supp. 869 (lyr.): Geom., at a point, Euc. 1.1, al.; τέμνειν [ σφαῖραν] κ. κύκλον in a circle, Archim. Aren. 1.17; also, in the region of, οἱ κ. τὸν ἥλιον γινόμενοι ἀστέρες Gem. 12.7: freq. in Hom. in describing the place of a wound, βαλεῖν κ. στῆθος, γαστέρα, etc., Il. 11.108, 16.465, al.; νύξε κ. δεξιὸν ὦμον 5.46; οὔτασε κατʼ ἰσχίον 11.339; so βαλεῖν κατʼ ἀσπίδα, κ. ζωστῆρα, 5.537, 615; βέλος κ. καίριον ἦλθεν struck upon a vital part, v.l. in 11.439: metaph., ἄχος κ. φρένα τύψε 19.125: generally, κ. φρένα καὶ κατὰ θυμόν in heart and soul, 4.163, al.
κωμικός
of or for comedy, comic, later form for κωμῳδικός, κ. ὑποκριτής Aeschin. 1.157; ποητάς SIG 711 L 15 ( Delph., ii B.C.); κ. χορός, ὄρχησις, Arist. Pol. 1276b5, Demetr.Lac. Herc. 1012.21; προσωπεῖον Luc. Bis Acc. 33; ἱλαρῷ καὶ κ. προσώπῳ Id. Cal. 24, cf. Plu. Ant. 29.
κωμῳδός
singer in the κῶμος or comic chorus, χορὸς κωμῳδῶν Arist. Po. 1449b1; κωμῳδοῖς χορηγεῖν Lys. 21.4, Arist. EN 1123a23: hence, in pl., in the sense performance of comedy, κωμῳδῶν ὄντων ἐν Κολυττῷ Aeschin. 1.157; ἀνειπεῖν Διονυσίων τοῖς κ. at the performance, IG 2(2).1202.15; οὐδέ τοι ὑποκριταὶ κωμῳδοῖς τε καὶ τραγῳδοῖς οἱ αὐτοί Pl. R. 395a, cf. Phdr. 236c, Lg. 935d; καινῇ κωμῳδῶν, v. καινός.
Ῥαμνοῦς
Rhamnus, a deme in Attica (named from the ῥάμνοι growing in it), ἡ ἐν Ῥ. θεός, i.e. Nemesis, Paus. 1.33.2, cf. Str. 9.1.17 and 22; Ῥαμνοῦντι, not ἐν Ῥ., at Rhamnus, Lys. 19.28, etc.—Hence Ῥαμνούσιος, α, ον, Rhamnusian, Aeschin. 1.157, etc.; ἡ Ῥαμνουσία, epith. of Nemesis from her temple at Rhamnus, Hsch., etc.; also Ῥαμνουσίς, ίδος, ἡ, Call. Dian. 232; Ῥαμνουσιάς, άδος, ἡ, IG 14.1389 ii 2.
σταδιοδρόμος
one who runs in the stadium, one who runs for a prize, Simon. 125, Pi. O. 13 tit., Stratt. 62, Pl. Lg. 833a, Aeschin. 1.157:—the collat. form στάδιαδρ- is found in IG 42(1).99.17 ( Epid., iii/ii B.C.), 7.1772.3 ( Thespiae, ii A.D.), CIG 2758 111 ii 4, al. ( Aphrodisias), Paus. 6.20.9, etc.
ὑπολαμβάνω
3 take up what is said, interpret or understand it in a certain way, ταύτῃ ὑπολαμβάνεις ᾗ ἃν κακουργήσαις μάλιστα τὸν λόγον Pl. R. 338d; ὃν μὴ σὺ φράζεις, πῶς ὑπολάβοιμʼ ἂν λόγον; E. IA 523, cf. Pl. Euthd. 295c; ὑ. τι εἴς τινα understand it of, i. e. apply it to, him, Aeschin. 1.157; ὥσπερ ὁ ἀκούων ὑ. Arist. Rh. 1412a30; rejoin, retort, Pl. Lg. 875d, D. 22.10, etc.; πρός τι Th. 5.85; τιπρός τινας D. 20.146, cf. 23.93; ὑ. τινὶ ὅτι . . Pl. R. 598d; ὑ. ὡς . . X. Ath. 3.12, etc.: c. acc. et inf., reply that . . , Th. 5.49; ὑπολαμβάνεῖν χρὴ εἰ . . retort by asking whether . . , Lys. 13.82: abs., in dialogue, ἔφη ὑπολαβών, ὑ. ἔφη, ὑ. εἶπεν, he said in answer, Pl. R. 331d, Hdt. 7.101, Th. 3.113, etc.