Scaife ATLAS

CTS Library / Κατὰ Τιμάρχου

Κατὰ Τιμάρχου (139)

urn:cts:greekLit:tlg0026.tlg001.perseus-grc2:139
Refs {'start': {'reference': '139', 'human_reference': 'Section 139'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

πάλιν αὐτὸς εἶπε νομοθέτης· δοῦλον ἐλευθέρου παιδὸς μήτʼ ἐρᾶν μήτʼ ἐπακολουθεῖν, τύπτεσθαι τῇ δημοσίᾳ μάστιγι πεντήκοντα πληγάς. ἀλλʼ οὐ τὸν ἐλεύθερον ἐκώλυσεν ἐρᾶν καὶ ὁμιλεῖν καὶ ἀκολουθεῖν, οὐδὲ βλάβην τῷ παιδί, ἀλλὰ μαρτυρίαν σωφροσύνης ἡγήσατο συμβαίνειν. ἀκύρου δʼ οἶμαι καὶ ἀδυνάτου ἔτι ὄντος κρῖναι τὸν ὄντως εὔνουν καὶ μή, τὸν ἐρῶντα σωφρονίζει, καὶ τοὺς τῆς φιλίας λόγους εἰς τὴν φρονοῦσαν καὶ πρεσβυτέραν ἡλικίαν ἀναβάλλεται· τὸ δʼ ἐπακολουθεῖν καὶ ἐφορᾶν φρουρὰν καὶ φυλακὴν σωφροσύνης ἡγήσατο εἶναι μεγίστην.

Tokens

πάλιν 1 w 5
1 w 6
αὐτὸς 1 w 11
εἶπε 1 w 15
νομοθέτης 1 w 24
δοῦλον 1 w 31
ἐλευθέρου 1 w 40
παιδὸς 1 w 46
μήτʼ 1 w 50
ἐρᾶν 1 w 54
μήτʼ 2 w 58
ἐπακολουθεῖν 1 w 70
1 w 72
τύπτεσθαι 1 w 81
τῇ 1 w 83
δημοσίᾳ 1 w 90
μάστιγι 1 w 97
πεντήκοντα 1 w 107
πληγάς 1 w 113
ἀλλʼ 1 w 118
οὐ 1 w 120
τὸν 1 w 123
ἐλεύθερον 1 w 132
ἐκώλυσεν 1 w 140
ἐρᾶν 2 w 144
καὶ 1 w 147
ὁμιλεῖν 1 w 154
καὶ 2 w 157
ἀκολουθεῖν 1 w 167
οὐδὲ 1 w 172
βλάβην 1 w 178
τῷ 1 w 180
παιδί 1 w 185
ἀλλὰ 1 w 190
μαρτυρίαν 1 w 199
σωφροσύνης 1 w 209
ἡγήσατο 1 w 216
συμβαίνειν 1 w 226
ἀκύρου 1 w 233
δʼ 1 w 235
οἶμαι 1 w 240
καὶ 3 w 243
ἀδυνάτου 1 w 251
ἔτι 1 w 254
ὄντος 1 w 259
κρῖναι 1 w 265
τὸν 2 w 268
ὄντως 1 w 273
εὔνουν 1 w 279
καὶ 4 w 282
μή 3 w 284
τὸν 3 w 288
ἐρῶντα 1 w 294
σωφρονίζει 1 w 304
καὶ 5 w 308
τοὺς 1 w 312
τῆς 1 w 315
φιλίας 1 w 321
λόγους 1 w 327
εἰς 1 w 330
τὴν 1 w 333
φρονοῦσαν 1 w 342
καὶ 6 w 345
πρεσβυτέραν 1 w 356
ἡλικίαν 1 w 363
ἀναβάλλεται 1 w 374
τὸ 5 w 377
δʼ 2 w 379
ἐπακολουθεῖν 2 w 391
καὶ 7 w 394
ἐφορᾶν 1 w 400
φρουρὰν 1 w 407
καὶ 8 w 410
φυλακὴν 1 w 417
σωφροσύνης 2 w 427
ἡγήσατο 2 w 434
εἶναι 1 w 439
μεγίστην 1 w 447

Dictionary Citations

LSJ

πληγή
blow, stroke, πεπληγὼν πληγῇσιν Il. 2.264, etc.; πᾶν ἑρπετὸν πληγῇ νέμεται Heraclit. 11, cf. Pl. Criti. 109b, Erasistr. ap. Ps.-Dsc. Ther. 18; ἡ π. τοῦ τραύματος Pl. Lg. 877b: freq. joined with Verbs of cogn. signf., πέπληγμαι καιρίαν πληγήν A. Ag. 1343; τύπτει τὰς ἴσας πληγὰς ἐμοί Ar. Ra. 636; τύπτεσθαι τῇ δημοσίᾳ μάστιγι ν πληγάς Lex ap. Aeschin. 1.139; πολλὰς πληγὰς μαστιγούσθω Pl. Lg. 914b (but in such phrases πληγήν or πληγάς is freq. omitted, τρίτην ἐπενδίδωμι A. Ag. 1386; τυπτόμενος πολλάς Ar. Nu. 972, cf. D. 19.197; ὀλίγας παῖσαι X. An. 5.8.12; μαστιγωθεὶς ὁπόσας ἂν δόξῃ τοῖς δικασταῖς Pl. Lg. 854d, cf. 879e, 2 Ep.Cor. 11.24): the person struck is said πληγὰς λαβεῖν, Ar. Ra. 673; ὑπὸ τῶν ῥαβδούχων Th. 5.50, etc.; πληγῶν δεῖσθαι Ar. Nu. 493; πληγὴν ἔχω Anaxandr. 72; ὑπὸ τὴν π. τοῦ ἀκοντίου ὑπελθεῖν Antipho 3.4.4; καιρίῃ (sc. πληγῇ) τετύφθαι Hdt. 3.64; πληγὰς ὑπομένειν Aristopho 4.6; εἰληφέναι καὶ δεδωκέναι πληγάς D. 54.14; π. ἐμβαλεῖν, ἐντείνειν τινί, X. An. 1.5.11, 2.4.11, etc.; πατάξαι Pl. Grg. 527d; ἐντρίβειν τινί Luc. Ind. 25, cf. Somn. 14; προστρίβεσθαι Ar. Eq. 5; τὰς ἐξ ἀνθρώπων πληγὰς μαστιγοῦν τινα Aeschin. 1.59; πληγὴν ἐπὶ πληγῇ φέρειν Plb. 2.33.6; π. παρὰ πληγήν Ar. Ra. 643; πληγαῖς ζημιοῦν, κολάζειν, Th. 8.74, Pl. Lg. 762c, etc.; δίκη ὕβρεως ἢ πληγῶν PHal. 1.115 (iii B.C.); πληγῆς ἄρχειν strike the first blow, Antipho 4.2.2; τὰς π. στέγειν, of the shell of a tortoise, Ar. V. 1295.
τύπτω
beat, strike, smite, τύπτουσιν ῥοπάλοισι (sc. τὸν ὄνον) Il. 11.561; ἀμφὶ δέ μιν σφυρὰ τύπτε καὶ αὐχένα δέρμα 6.117; ἴχνια τύπτε πόδεσσι πάρος κόνιν ἀμφιχυθῆναι 23.764; χθόνα τύπτε μετώπῳ Od. 22.86; ἅλα τύπτον ἐρετμοῖς 4.580, 9.104, al.; but in Hom. mostly with weapons of war, [ ξίφει], δουρί, ἄορι, Il. 4.531, 13.529, 20.378; ἐγχείῃσιν 13.782 ( Pass.); φασγάνῳ Od. 22.98; σκήπτρῳ τυπεὶς ἐκ τῆσδε χειρός S. OT 811; μάστιγι Lex ap. Aeschin. 1.139 ( Pass.): c. acc. cogn., τ. τινὰ σχεδίην (sc. πληγήν) Il. 5.830; πληγὰς τ. τινά Antipho 4.3.1, v. infr. III.2: the part struck is sts. in acc., γαστέρα γάρ μιν τύψε παρʼ ὀμφαλόν Il. 21.180, cf. Pi. N. 9.26, E. Andr. 1150, etc.: with a Prep., Φόρκυνα . . κατὰ γαστέρα τύψε Il. 17.313; ἐγκύμονά τις ἔτυψε κατὰ γαστρός [ Lys.] l.c.; τ. τινὰ εἰς τὸν ὦμον X. Cyr. 5.4.5; ἐπὶ κόρρης Pl. Grg. 527a; ἐπὶ τὴν σιαγόνα Ev.Luc. 6.29; τ. χαλκώματα beat pots and pans (to make a noise), Sor. 2.29: abs., strike, τύπτε δʼ ἐπιστροφάδην Il. 21.20, cf. Od. 22.308, Ar. Ra. 610; τ. καὶ πνίγων Antipho 4.1.6; Ζέφυρος λαίλαπι τύπτων beating with fury, Il. 11.306, cf. Pi. P. 6.14 (s. v.l.).
τύπτω
2 receive blows or wounds, ἕλκεα . . ὅσσʼ ἐτύπη Il. 24.421; τύπτομαι πολλάς (sc. πληγάς) I get many blows, Ar. Nu. 972 (anap.), cf. Pax 644 (troch.), Ra. 636, Lex ap. Aeschin. 1.139: c. dat., καιρίῃ (sc. πληγῇ) τετύφθαι Hdt. 3.64; v. supr. I.1.
φρονέω
I have understanding, be wise, prudent, rare in Hom., ἄριστοι . . μάχεσθαί τε φρονέειν τε best both in battle and counsel, Il. 6.79: but freq. in Trag. and Att., [ Ζῆνα] τὸν φρονεῖν βροτοὺς ὁδώσαντα A. Ag. 176 (lyr.); φρονούντως πρὸς φρονοῦντας ἐννέπεις Id. Supp. 204, cf. 176; φρονεῖν γὰρ οἱ ταχεῖς οὐκ ἀσφαλεῖς S. OT 617; φρονεῖν οἶδεν μόνη Id. Tr. 313; λίαν φ. to be over- wise, E. IA 924; φ. πλέον Pl. Hp.Mi. 371a; τὸ φρονεῖν understanding, prudence, S. Ant. 1347 (anap.), 1353 (anap.); κράτιστοι φρονεῖν Antipho 2.1.1; καὶ φ. καὶ συμπράττειν X. Cyr. 5.5.44; εἰδέναι καὶ φ. Pl. Alc. 1.133c; τὸ φ. καὶ τὸ νοεῖν Id. Phlb. 11b; λέγειν τε καὶ φ. Id. Phdr. 266b, cf. Isoc. 4.50; τῷ φρονεῖν τε καὶ σωφρονεῖν Pl. Lg. 712a; τὸ μὴ φρονοῦν, of an infant, A. Ch. 753; ἐπειδὴ τάχιστα ἤρχετο φ. Is. 9.20; ἡ φρονοῦσα ἡλικία Aeschin. 1.139: Com. of fish, ἰχθῦς φρονοῦντας full-grown, Ephipp. 21.3; ζῷον λογικὸν καὶ φρονοῦν Phld. Piet. 15: c. acc., φρονῆσαι τὰ κυριώτατα to be wise in respect of the most important matters, Id. Rh. 2.35S.