Scaife ATLAS

CTS Library / Κατὰ Τιμάρχου

Κατὰ Τιμάρχου (134)

urn:cts:greekLit:tlg0026.tlg001.perseus-grc2:134
Refs {'start': {'reference': '134', 'human_reference': 'Section 134'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ἄτοπον γὰρ εἶναι δοκεῖν[*] αὐτῷ, εἰ τοὺς μὲν υἱεῖς τοὺς μηδέπω γεγονότας ἅπαντες εὔχεσθε οἱ μέλλοντες παιδοποιεῖσθαι καλοὺς κἀγαθοὺς τὰς ἰδέας φῦναι καὶ τῆς πόλεως ἀξίους, τοὺς δʼ ἤδη γεγονότας, ἐφʼ οἷς προσήκει σεμνύνεσθαι τὴν πόλιν, ἐὰν κάλλει καὶ ὥρᾳ διενεγκόντες ἐκπλήξωσί τινας καὶ περιμάχητοι ἐξ ἔρωτος γένωνται, τούτους ὡς ἔοικεν Αἰσχίνῃ πεισθέντες ἀτιμώσετε.

Tokens

ἄτοπον 1 w 6
γὰρ 1 w 9
εἶναι 1 w 14
δοκεῖν 1 w 20
δοκεῖν 2 w 26
Baiter 1 w 32
and 1 w 35
Sauppe 1 w 41
δοκεῖ 3 w 47
or 1 w 49
ὡς 1 w 51
δοκεῖ 4 w 56
or 2 w 58
ὡς 2 w 60
δοκεῖν 3 w 66
MSS 1 w 69
αὐτῷ 1 w 74
εἰ 1 w 77
τοὺς 1 w 81
μὲν 1 w 84
υἱεῖς 1 w 89
τοὺς 2 w 93
μηδέπω 1 w 99
γεγονότας 1 w 108
ἅπαντες 1 w 115
εὔχεσθε 1 w 122
οἱ 1 w 124
μέλλοντες 1 w 133
παιδοποιεῖσθαι 1 w 147
καλοὺς 1 w 153
κἀγαθοὺς 1 w 161
τὰς 1 w 164
ἰδέας 1 w 169
φῦναι 1 w 174
καὶ 1 w 177
τῆς 1 w 180
πόλεως 1 w 186
ἀξίους 1 w 192
τοὺς 3 w 197
δʼ 1 w 199
ἤδη 1 w 202
γεγονότας 2 w 211
ἐφʼ 1 w 215
οἷς 1 w 218
προσήκει 1 w 226
σεμνύνεσθαι 1 w 237
τὴν 1 w 240
πόλιν 1 w 245
ἐὰν 1 w 249
κάλλει 1 w 255
καὶ 2 w 258
ὥρᾳ 1 w 261
διενεγκόντες 1 w 273
ἐκπλήξωσί 1 w 282
τινας 1 w 287
καὶ 3 w 290
περιμάχητοι 1 w 301
ἐξ 1 w 303
ἔρωτος 1 w 309
γένωνται 1 w 317
τούτους 1 w 325
ὡς 3 w 327
ἔοικεν 1 w 333
Αἰσχίνῃ 1 w 340
πεισθέντες 1 w 350
ἀτιμώσετε 1 w 359

Dictionary Citations

LSJ

ἐκπλήσσω
II drive out of oneʼs senses by a sudden shock, amaze, astound, Od. 18.231 (tm.) ; κάλλει καὶ ὥρᾳ διενεγκόντες ἐ. τινάς Aeschin. 1.134 ; ὁ φόβος ἐκπλήσσων.. Antipho 2.1.7 ; κακοὶ εὐτυχοῦντες ἐκπλήσσουσί με Trag.Adesp. 465 ; ὅ μʼ ἐκπλήσσει λόγου frightens me in speaking, E. Or. 549 :— in this sense most freq. in aor. 2 Pass., Ep. ἐξεπλήγην (v. infr.), Att. ἐξεπλάγην [ᾰ] (also aor. 1 ἐξεπλήχθην Id. Tr. 183 : pf. part. ἐκπεπληγμένος A. Pers. 290, S. Tr. 386, etc.); to be panic-struck, amazed, esp. by fear, ἐκ γὰρ πλήγη φρένας Il. 16.403, cf. 13.394 ; ἡνίοχοι ἔκπληγεν 18.225 : c. part., ἐκπεπληγμένον κεῖνον βλέποντες S. OT 922, cf. Ant. 433, etc.; ἐκπλαγῆναί τινι to be astonished at a thing, Hdt. 1.116, etc. ; ὑπό τινος Id. 3.64 ; διά τι Th. 7.21 ; ἐπί τινι X. Cyr. 1.4.27 ; πρός τι Plu. Thes. 19, etc.: also c.acc., ἐκπλαγῆναί τινα to be struck with panic fear of.., S. Ph. 226, El. 1045 ; ἡμᾶς δʼ ἂν..μάλιστα ἐκπεπληγμένοι εἶεν Th. 6.11, cf. 3.82.
ὥρα
2 beauty, φεῦ φεῦ τῆς ὥρας τοῦ κάλλους Ar. Av. 1724 (lyr.); ὥρᾳ . . ἡλικίας λαμπρός Th. 6.54; κάλλει καὶ ὥρᾳ διενεγκόντες Aeschin. 1.134, cf. ib. 158; καλὸς ὥρᾳ τε κεκραμένος Pi. O. 10(11).104, cf. X. Mem. 2.1.22, Pl. Lg. 837b; ἀφʼ ὥρας ἐργάζεσθαι quaestum corpore facere, Plu. Tim. 14, cf. X. Mem. 1.6.13, Smp. 8.21; τὴν ὥ. πεπωληκότες Phld. Rh. 1.344 S.:—then,