Scaife ATLAS

CTS Library / Κατὰ Τιμάρχου

Κατὰ Τιμάρχου (131)

urn:cts:greekLit:tlg0026.tlg001.perseus-grc2:131
Refs {'start': {'reference': '131', 'human_reference': 'Section 131'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ἐπεὶ καὶ περὶ τῆς Δημοσθένους ἐπωνυμίας, οὐ κακῶς ὑπὸ τῆς φήμης, ἀλλʼ οὐχ ὑπὸ τῆς τίτθης, Βάταλος προσαγορεύεται, ἐξ ἀνανδρίας καὶ κιναιδίας ἐνεγκάμενος τοὔνομα. εἰ γάρ τίς σου τὰ κομψὰ ταῦτα χλανίσκια περιελόμενος καὶ τοὺς μαλακοὺς χιτωνίσκους, ἐν οἷς τοὺς κατὰ τῶν φίλων λόγους γράφεις, περιενέγκας δοίη εἰς τὰς χεῖρας τῶν δικαστῶν, οἶμαι ἂν αὐτούς, εἴ τις μὴ προειπὼν τοῦτο ποιήσειεν, ἀπορῆσαι εἴτε ἀνδρὸς εἴτε γυναικὸς εἰλήφασιν ἐσθῆτα.

Tokens

ἐπεὶ 1 w 4
καὶ 1 w 7
περὶ 1 w 11
τῆς 1 w 14
Δημοσθένους 1 w 25
ἐπωνυμίας 1 w 34
οὐ 1 w 37
κακῶς 1 w 42
ὑπὸ 1 w 45
τῆς 2 w 48
φήμης 1 w 53
ἀλλʼ 1 w 58
οὐχ 1 w 61
ὑπὸ 2 w 64
τῆς 3 w 67
τίτθης 1 w 73
Βάταλος 1 w 81
προσαγορεύεται 1 w 95
ἐξ 1 w 98
ἀνανδρίας 1 w 107
καὶ 2 w 110
κιναιδίας 1 w 119
ἐνεγκάμενος 1 w 130
τοὔνομα 1 w 137
εἰ 1 w 140
γάρ 1 w 143
τίς 1 w 146
σου 1 w 149
τὰ 1 w 151
κομψὰ 1 w 156
ταῦτα 1 w 161
χλανίσκια 1 w 170
περιελόμενος 1 w 182
καὶ 3 w 185
τοὺς 1 w 189
μαλακοὺς 1 w 197
χιτωνίσκους 1 w 208
ἐν 2 w 211
οἷς 1 w 214
τοὺς 2 w 218
κατὰ 1 w 222
τῶν 1 w 225
φίλων 1 w 230
λόγους 1 w 236
γράφεις 1 w 243
περιενέγκας 1 w 255
δοίη 1 w 259
εἰς 1 w 262
τὰς 1 w 265
χεῖρας 1 w 271
τῶν 2 w 274
δικαστῶν 1 w 282
οἶμαι 1 w 288
ἂν 1 w 290
αὐτούς 1 w 296
εἴ 1 w 299
τις 1 w 302
μὴ 1 w 304
προειπὼν 1 w 312
τοῦτο 1 w 317
ποιήσειεν 1 w 326
ἀπορῆσαι 1 w 335
εἴτε 1 w 339
ἀνδρὸς 1 w 345
εἴτε 2 w 349
γυναικὸς 1 w 357
εἰλήφασιν 1 w 366
ἐσθῆτα 1 w 372

Dictionary Citations

LSJ

κιναιδεία
unnatural lust, Aeschin. 1.131, Demetr. Eloc. 97.
κομψός
3 nice, good, pleasant, πάντων δὲ κομψότατον τὸ τῆς πόας Pl. Phdr. 230c; τὰ κ. ταῦτα χλανίσκια that nice suit of yours, Aeschin. 1.131.
φέρω
III ἐνεγκ- (not found in Hom. or Hdt., exc. as v.l. in Il. 19.194, but in Pi. O. 13.66, I. 8(7).21, ( προσ-) Id. P. 9.36, also B. 16.62, and normal in Att. and Trag., also in codd. Hp., Epid. 1.1.2, al.) come aor. 1 ἤνεγκα, and aor. 2 ἤνεγκον:—Indic., 1 sg. ἤνεγκον S. OC 521 (lyr.), 964, Ar. Ra. 1299, Th. 742, Lys. 944, ( δι-) Isoc. 18.59, but ἤνεγκα S. El. 13, E. Ion 38, Aeschin. 2.4, and in compos. with Preps.; 2 sg. always ἤνεγκας Ar. Av. 540 (lyr.), ( ἐξ-) S. Tr. 741 (in Ar. Th. 742, δέκα μῆνας αὔτʼ ἐγὼ ἤνεγκον is answd. by ἤνεγκας σύ;); 3 sg. ἤνεγκε, common to both forms; dual δι-ηνεγκάτην Pl. Lg. 723b; pl. always ἠνέγκαμεν, -ατε, -αν ( 3 pl. ἀπ-ήνενκαν IG 2(2).1620.37, al., once ἀπ-ήνεγκον ib. 1414.2; δι-ηνέγκομεν is f.l. in X. Oec. 9.8): imper., 2 sg. ἔνεγκε E. Heracl. 699, Ar. Eq. 110, X. Mem. 3.6.9 ( ἔνεγκον cj. Pors. in Anaxipp. 8); 3 sg. ἐνεγκάτω Ar. Pax 1149 (troch.), Th. 238, Pl. Phd. 116d, ( προσ-) X. Smp. 5.2; but ἐξ-ενεγκέτω IG 1(2).63.33, 76.61; Dor. 3 pl. ἐνεγκόντω ib. 5 (1).26.16 ( Amyclae, ii/i B. C.); 2 pl. ἐξ-ενέγκατε Ar. Ra. 847: subj. ἐνέγκω common to both forms: opt., 1 sg. ἐνέγκαιμι E. Hipp. 393, Pl. Cri. 43c: 3 sg. ἐνέγκαι (cod.A, but -κοι cod.Laur.) S. Tr. 774, but ἐνέγκοι Id. Fr. 84 (anap.), Pl. R. 330a, ( ξυν-) Th. 6.20, etc.; 2 pl. ἐνέγκαιτε ( ἐνέγκατε codd.) E. Heracl. 751 (lyr.): inf. ἐνεγκεῖν A. Supp. 766, S. OC 1599, IG 2(2).40.18, etc., ( προσ-) Pi. P. 9.36, Hp. VM 15; Hellenistic ἐνέγκαι Arist. Oec. 1349a27 ( εἰσ-), PAmh. 2.30.35 (ii B. C.), Ev.Marc. 2.4 ( προσ-), etc., found also in codd. Hp., Aff. 3 ( προσ-), Nat.Mul. 19 ( δι-): part. ἐνεγκών Pi. I. 8(7).21, S. El. 692, Th. 6.56, etc., ἐνέγκας IG 2(2).1361.21 ( εἰσ-), 333.4, D. 49.51 (and later, Demetr.Com.Nov. 1.10 ( εἰσ-), Arist. Oec. 1351a14, etc.; in X. we find ἐξ-ενεγκόντες Mem. 1.2.53, and δι-ενεγκοῦσα, συν-ενεγκόντες, vv. ll. in ib. 2.2.5, An. 6.5.6):— Med., only ἠνεγκάμην, Ar. Ec. 76 ( ἐξ-), etc. (exc. imper. ἐνεγκοῦ S. OC 470); 2 sg. ἠνέγκω E. Supp. 583, X. Oec. 7.13; 3 sg. ἠνέγκατο S. Tr. 462, Pl. R. 406b, etc.; 1 pl. ἠνεγκάμεθα Id. Ion 530b, ( προ-) Phlb. 57a; inf. εἰσ-ενέγκασθαι Isoc. 15.188: part. ἐνεγκάμενος Aeschin. 1.131, ( ἀπ-) X. Ages. 6.2.
φέρω
3 carry off, gain, esp. by toil or trouble, win, achieve, both Act. and Med., ἤ κε φέρῃσι μέγα κράτος ἦ κε φεροίμην Il. 18.308; φέρειν τρίποδα Hes. Op. 657; τἀπινίκια S. El. 692; τιμήν Ar. Av. 1278; τἀριστεῖα, τὰ νικητήρια, Pl. R. 468c, Lg. 657e; πέρα . . οὐδὲν φ. S. OC 651; ἐκ σοῦ πάντʼ ἄνευ φόβου φ. Id. OT 590; τίς . . πλέον τᾶς εὐδαιμονίας φέρει ἤ . . ; ib. 1190 (lyr.), cf. El. 1088 (lyr.); in bad sense, μείζω τὴν αἰσχύνην φ. Pl. Lg. 671e: also, receive oneʼs due, φ. χάριν S. OT 764; ὡς τοῦτό γʼ ἔρξας δύο φέρῃ δωρήματα Id. Ph. 117; μισθὸν φέρειν (v. supr. IV.5); of a priestʼs perquisites, φέρει ὁ ἱαρεὺς γέρη σκέλη κτλ. BMus.Inscr. 968 A 9 ( Cos), cf. IG 1(2).24.10, al., SIG 56.35 ( Argos, v B. C.):— Med. (v. ad init.), win for oneself, κῦδος οἴσεσθαι Il. 22.217; δέπας, τεύχεα, carry off as a prize, 23.663, 809, al.; ἀέθλια or ἄεθλον φ. carry off, win a prize, 9.127, 23.413; τὰ πρῶτα φέρεσθαι (sc. ἄεθλα) 23.275, 538; οὐ σμικρὸν ἆθλον τῆς ἐρωτικῆς μανίας φέρονται Pl. Phdr. 256d; of perquisites, τὸ . . σκέλος τοὶ ἱαρομνάμονες φερόσθω (i. e. φερούσθω from *φερόνσθω) IG 42(1).40.13 ( Epid., v/iv B. C.): hence οὐ τὰ δεύτερα Hdt. 8.104; πλέον φέρεσθαι get more or a larger share for oneself, gain the advantage over any one, τινος Hdt. 7.211, cf. S. OT 500 (lyr.), E. Hec. 308; ταῦτα ἐπὶ σμικρόν τι ἐφέροντο τοῦ πολέμου this they received as a small help towards the war, Hdt. 4.129; ἠνείκατο παρὰ Ἐγεσταίων τὰ οὐδεὶς ἄλλος 5.47; ἴδια κέρδεα προσδεκόμενοι παρὰ τοῦ Πέρσεω οἴσεσθαι 6.100; χάριν φέρεσθαι παρʼ ὑμῶν And. 2.9; φ. τὴν ἀπέχθειαν αὐτῶν Antipho 3.4.2; ὀνείδη Pl. Lg. 762a; εὐσέβειαν ἐκ πατρὸς οἴσῃ S. El. 969; δάκρυ πρὸς τῶν κλυόντων A. Pr. 638; ἀπό τινος βοσκάν Id. Eu. 266 (lyr.); ἐξ ἀνανδρίας τοὔνομα Aeschin. 1.131: generally, get for oneʼs own use and profit, take and carry away, esp. to oneʼs own home, τοῦ . . πάμπρωτα παρʼ ἀγλαὰ δῶρα φέροιο Il. 4.97: hence φέρειν or φέρεσθαι is often used pleon., v. infr. ΧΙ.
χλανίσκιον
Dim. of foreg., Ar. Ach. 519, Aeschin. 1.131; ὑπὸ τοὐμὸν κοιμωμένη χ. Alciphr. 1.38.