Scaife ATLAS

CTS Library / Κατὰ Τιμάρχου

Κατὰ Τιμάρχου (126)

urn:cts:greekLit:tlg0026.tlg001.perseus-grc2:126
Refs {'start': {'reference': '126', 'human_reference': 'Section 126'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

παραφέρει δʼ αὑτὸν ἐν σκώμματος μέρει, ὡς ἡδὺς ὢν[*] ἀνὴρ καὶ περὶ τὰς ἰδίας διατριβὰς γελοῖος· εἰ μὴ καὶ ἐμὲ δεῖ, φησίν, ὑπακούειν τοῖς ὄχλοις μὴ Δημοσθένην καλούμενον, ἀλλὰ Βάταλον, ὅτι ταύτην ἐξ ὑποκορίσματος τίτθης τὴν ἐπωνυμίαν ἔχω. εἰ δὲ Τίμαρχος ὡραῖος ἐγένετο καὶ σκώπτεται τῇ τοῦ πράγματος διαβολῇ καὶ μὴ τοῖς αὑτοῦ ἔργοις, οὐ δήπου διὰ τοῦτʼ αὐτόν φησι δεῖν συμφορᾷ περιπεσεῖν.

Tokens

παραφέρει 1 w 9
δʼ 1 w 11
αὑτὸν 1 w 16
ἐν 1 w 18
σκώμματος 1 w 27
μέρει 1 w 32
ὡς 1 w 35
ἡδὺς 1 w 39
ὢν 1 w 41
ὢν 2 w 43
added 1 w 48
by 1 w 50
Dobree 1 w 56
ἀνὴρ 1 w 61
καὶ 1 w 64
περὶ 1 w 68
τὰς 1 w 71
ἰδίας 1 w 76
διατριβὰς 1 w 85
γελοῖος 1 w 92
εἰ 1 w 95
μὴ 1 w 97
καὶ 2 w 100
ἐμὲ 1 w 103
δεῖ 1 w 106
φησίν 1 w 112
ὑπακούειν 1 w 122
τοῖς 1 w 126
ὄχλοις 1 w 132
μὴ 2 w 134
Δημοσθένην 1 w 144
καλούμενον 1 w 154
ἀλλὰ 1 w 159
Βάταλον 1 w 166
ὅτι 1 w 170
ταύτην 1 w 176
ἐξ 1 w 178
ὑποκορίσματος 1 w 191
τίτθης 1 w 197
τὴν 1 w 200
ἐπωνυμίαν 1 w 209
ἔχω 1 w 212
εἰ 2 w 215
δὲ 1 w 217
Τίμαρχος 1 w 225
ὡραῖος 1 w 231
ἐγένετο 1 w 238
καὶ 3 w 241
σκώπτεται 1 w 250
τῇ 1 w 252
τοῦ 1 w 255
πράγματος 1 w 264
διαβολῇ 1 w 271
καὶ 4 w 274
μὴ 3 w 276
τοῖς 2 w 280
αὑτοῦ 1 w 285
ἔργοις 1 w 291
οὐ 1 w 294
δήπου 1 w 299
διὰ 1 w 302
τοῦτʼ 1 w 307
αὐτόν 1 w 312
φησι 1 w 316
δεῖν 1 w 320
συμφορᾷ 1 w 327
περιπεσεῖν 1 w 337

Dictionary Citations

LSJ

γέλοιος
mirth-provoking, amusing, once in Hom., Il. 2.215 (in Ep. form γελοίϊος) ; χρῆμα Archil. 79, cf. Hdt. 8.25; Αἰσώπου τι γ. Ar. V. 566, cf. 1259; γελοῖα jests, Thgn. 311; γέλοια λέγειν Anaxandr. 10, Alex. 183; opp. σπουδαῖος, X. Cyr. 2.3.1, Pl. Lg. 816d; τοῦ ἀληθοῦς ἕνεκα, οὐ τοῦ γ. Id. Smp. 215a; τὸ γ. the comic, Arist. Po. 1449a34, al.; τὰ γ. ἡδέα Id. Rh. 1371b35; of persons, facetious, μισῶ γελοίους E. Fr. 492; ἡδὺς καὶ γ. Aeschin. 1.126; γ. ἐστι καὶ βούλεται Pl. Smp. 213c. Adv. -οίως Id. Cri. 53d.
κάθισμα
part on which one sits: in pl., buttocks, Sch. Aeschin. 1.126.
παραφέρω
2 bring forward, allege, cite, νόμον Antipho 3.4.8, cf. PFlor. 48.8 (iii A.D.) ; π. καινὰ καὶ παλαιὰ ἔργα Hdt. 9.26; λόγους E. IA 981, cf. S. OC 1675 (lyr.); π. αὑτὸν ἐν σκώμματος μέρει Aeschin. 1.126, cf. 132 ; πίστεις π. τοῦ μὴ . . D.H. 7.27 ; μάρτυρα Eust.ad D.P. 306, cf. PAmh. 2.81.12 (iii A.D.), etc.
περί
5 about, in the case of, τὰ π. τὴν Αἴγυπτον γεγονότα, τὰ π. Μίλητον γενόμενα, Hdt. 3.13, 6.26 ; εὐσεβεῖν π. θεούς Pl. Smp. 193a ; ἀσεβεῖν π. ξένους X. Cyr. 5.2.10 ; ἁμαρτάνειν π. τινάς Id. An. 3.2.20; ἀνήρ ἐστιν ἀγαθὸς π. τὸν δῆμον τὸν Ἀθηναίων IG 1(2).59.10 ; ἄνδρʼ ἀγαθὸν ὄντα Μαραθῶνι π. τὴν πόλιν Ar. Ach. 696 ; τοιαύτην γνώμην ἔχειν π. τὸν πατέρα Lys. 10.21 ; οὐδεμία συμφορὴ . . ἔσται . . π. οἶκον τὸν σόν Hdt. 8.102 ; ποιέειν or πράττειν τι π. τινά, Id. 1.158, Pl. Grg. 507a; τὰ π. Πρηξάσπεα πρηχθέντα Hdt. 3.76 ; καινοτομεῖν π. τὰ θεῖα Pl. Euthphr. 3b ; π. θεοὺς μὴ σωφρονεῖν X. Mem. 1.1.20 ; σπουδάζειν π. τινά promote his cause, Isoc. 1.10: without a Verb, αἱ π. τοὺς παῖδας συμφοραί X. Cyr. 7.2.20; ἡ π. αὑτὸν ἐπιμέλεια Isoc. 9.2; ἡ π. ἡμᾶς ἡνιόχησις Pl. Phdr. 246b: generally, of all relations, about, concerning, in respect of, π. μὲν τοὺς ἰχθύας οὕτως ἔχει Hdt. 2.93, cf. 8.86; πονηρὸν π. τὸ σῶμα Pl. Prt. 313d; ἀκόλαστος π. ταῦτα Aeschin. 1.42 ; γελοῖος π. τὰς διατριβάς ib. 126 ; ξυνηνέχθη θόρυβος π. τὸν Ἀστύοχον Th. 8.84; as to (cf. A. II.5), π. τὸ παρὸν πάθος Pl. Tht. 179c, cf. Phd. 65a : freq. in place of an Adj., ὄργανα ὅσα π. γεωργίαν, i.e. γεωργικά, Id. R. 370d ; οἱ νόμοι οἱ π. τοὺς γάμους Id. Cri. 50d ; αἱ π. τὰ μαθήματα ἡδοναί Id. Phlb. 51e ; also in place of a gen., οἱ π. Λυσίαν λόγοι the speeches of L., Id. Phdr. 279a; ἡ π. Φίλιππον τυραννίς the despotism of P., X. HG 5.4.2 ; ἀκρασίας τῆς π. τὸν θυμόν Arist. EN 1149b19 : in Prose, to denote circumstances connected with any person or thing, τὰ π. Κῦρον, τὰ π. Ἑλένην, τὰ π. Βάττον, Hdt. 1.95, 2.113, 4.154 ; τὰ π. τὸν Ἄθων the works at Mount Athos, Id. 7.37; τὰ π. τὰς ναῦς naval affairs, Th. 1.13; τὰ π. τὴν ναυμαχίαν (v.l. for τῆς ναυμαχίας) the events of . . , Id. 8.63; τὰ π. τὸν πόλεμον Pl. R. 468a; τὰ π. τὸ σῶμα Id. Phdr. 246d; τὰ π. τοὺς θεούς X. Cyr. 8.1.23, etc.; cf. ἀμφί C. 1.4.
σκῶμμα
jest, gibe, Eup. 159.15, 244, Ar. Nu. 542, Pax 750, Pl. 316, Pl. R. 452b, etc.; ἐν σκώμματος μέρει by way of a joke, Aeschin. 1.126; εἰς γέλωτα καὶ σκώμματʼ ἐμβαλεῖν D. 54.13; εἰς σ. καταστῆναι Lys. Fr. 75; σ. παρὰ γράμμα a pun, Arist. Rh. 1412a29; it generally implies scurrility, but not necessarily, v. EN 1128a30, cf. Thphr. ap. Plu. QConv. 2.631e.
ὑποκόρισμα
a coaxing or endearing name, as Dem. said that his nickname Βάταλος was a ὑ. τίτθης, Aeschin. 1.126.