Scaife ATLAS

CTS Library / Κατὰ Τιμάρχου

Κατὰ Τιμάρχου (124)

urn:cts:greekLit:tlg0026.tlg001.perseus-grc2:124
Refs {'start': {'reference': '124', 'human_reference': 'Section 124'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ὅπου μὲν γὰρ πολλοὶ μισθωσάμενοι μίαν οἴκησιν διελόμενοι ἔχουσι, συνοικίαν καλοῦμεν, ὅπου δʼ εἷς ἐνοικεῖ, οἰκίαν. ἐὰν δʼ εἰς ἓν δήπου τούτων τῶν ἐπὶ ταῖς ὁδοῖς ἐργαστηρίων ἰατρὸς εἰσοικίσηται, ἰατρεῖον καλεῖται· ἐὰν δʼ μὲν ἐξοικίσηται, εἰς δὲ τὸ αὐτὸ τοῦτο ἐργαστήριον χαλκεὺς εἰσοικίσηται, χαλκεῖον ἐκλήθη, ἐὰν δὲ κναφεύς, κναφεῖον, ἐὰν δὲ τέκτων, τεκτονεῖον· ἐὰν δὲ πορνοβοσκὸς καὶ πόρναι, ἀπὸ τῆς ἐργασίας αὐτῆς ἐκλήθη πορνεῖον. ὥστε σὺ πολλὰ πορνεῖα τῇ τῆς πράξεως εὐχερείᾳ πεποίηκας. μὴ οὖν, ὅπου ποτὲ ἔπραττες, ἐρώτα, ἀλλʼ ὡς οὐ πεποίηκας, τοῦτο[*] ἀπολογοῦ.

Tokens

ὅπου 1 w 4
μὲν 1 w 7
γὰρ 1 w 10
πολλοὶ 1 w 16
μισθωσάμενοι 1 w 28
μίαν 1 w 32
οἴκησιν 1 w 39
διελόμενοι 1 w 49
ἔχουσι 1 w 55
συνοικίαν 1 w 65
καλοῦμεν 1 w 73
ὅπου 2 w 78
δʼ 1 w 80
εἷς 1 w 83
ἐνοικεῖ 1 w 90
οἰκίαν 1 w 97
ἐὰν 1 w 101
δʼ 2 w 103
εἰς 1 w 106
ἓν 1 w 108
δήπου 1 w 113
τούτων 1 w 119
τῶν 1 w 122
ἐπὶ 1 w 125
ταῖς 1 w 129
ὁδοῖς 1 w 134
ἐργαστηρίων 1 w 145
ἰατρὸς 1 w 151
εἰσοικίσηται 1 w 163
ἰατρεῖον 1 w 172
καλεῖται 1 w 180
ἐὰν 2 w 184
δʼ 3 w 186
μὲν 2 w 189
ἐξοικίσηται 1 w 200
εἰς 2 w 204
δὲ 1 w 206
τὸ 1 w 208
αὐτὸ 1 w 212
τοῦτο 1 w 217
ἐργαστήριον 1 w 228
χαλκεὺς 1 w 235
εἰσοικίσηται 2 w 247
χαλκεῖον 1 w 256
ἐκλήθη 1 w 262
ἐὰν 3 w 266
δὲ 2 w 268
κναφεύς 1 w 275
κναφεῖον 1 w 284
ἐὰν 4 w 288
δὲ 3 w 290
τέκτων 1 w 296
τεκτονεῖον 1 w 307
ἐὰν 5 w 311
δὲ 4 w 313
πορνοβοσκὸς 1 w 324
καὶ 1 w 327
πόρναι 1 w 333
ἀπὸ 1 w 337
τῆς 1 w 340
ἐργασίας 1 w 348
αὐτῆς 1 w 353
ἐκλήθη 2 w 359
πορνεῖον 1 w 367
ὥστε 1 w 372
σὺ 1 w 374
πολλὰ 1 w 379
πορνεῖα 1 w 386
τῇ 1 w 388
τῆς 3 w 391
πράξεως 1 w 398
εὐχερείᾳ 1 w 406
πεποίηκας 1 w 415
μὴ 1 w 418
οὖν 1 w 421
ὅπου 3 w 426
ποτὲ 1 w 430
ἔπραττες 1 w 438
ἐρώτα 1 w 444
ἀλλʼ 1 w 449
ὡς 1 w 451
οὐ 1 w 453
πεποίηκας 2 w 462
τοῦτο 2 w 468
οὐ 2 w 470
πεποίηκας 3 w 479
τοῦτο 3 w 485
Blass 1 w 490
τοῦτο 4 w 496
οὐ 3 w 498
πεποίηκας 4 w 507
or 1 w 509
οὐ 4 w 511
τοῦτο 5 w 516
πεποίηκας 5 w 525
or 2 w 527
τοῦτο 6 w 532
πεποίηκας 6 w 541
MSS 1 w 544
ἀπολογοῦ 1 w 553

Dictionary Citations

LSJ

εἰσοικίζω
bring in as a dweller or settler, Plb. 5.100.8 :— Med. and Pass., establish oneself or be established in, ἐσοικισθέντων ἐς τοὺς Αἰθίοπας Hdt. 2.30 ; ἐς τὴν Κρήτην Id. 7.171 ; εἰς τὸ ἐργαστήριον Aeschin. 1.124 : c. acc., εἰσοικίσασθαι χώραν Plu. Sol. 7 : abs., -σαμένου τοῦ ἑσμοῦ Gp. 15.4.2; βίᾳ εἰσῳκισμένοι Aristid. Or. 26(14).29 ; οἱ ὑπὸ σοῦ εἰσοικισθησόμενοι τῷ οἴκῳ POxy. 1641.4 (i A.D.) : metaph., make oneself at home, ἡ παρανομία κατὰ σμικρὸν εἰσοικισαμένη Pl. R. 424d ; λιμὸς εἰσοικίζεται Men. 841 : c. acc., Κυδίππην κρυμὸς ἐσῳκίσατο Call. Aet. 3.1.19 [Fr. 75.19 Pf.] : c. dat., ἐμὸς αἰὼν κύμασιν αἰθυίης μᾶλλον ἐσῳκίσατο Id.Fr. 111 (178 Pfeiffer) ; but, take to oneself, give entrance to, τὴν ψυχήν Porph. Gaur. 3.5 ; γυναῖκα take to wife, Just. Nov. 18.11; ψυχῆς εἰσοικισθείσης Plot. 5.1.2.
ἐξοικίζω
remove one from his home, eject, banish, Th. 1.114, 6.76; ἐξῴκισέν [με] γάμος οἴκων E. Hec. 948 (lyr.); τινὰς εἰς Ῥώμην Plu. Rom. 24; give notice to quit, BGU 1116.18 (i B. C.); ἐ. χρυσὸν τῆς Σπάρτης Plu. Comp.Arist.Cat. 3:— Pass. and Med., go from home, emigrate, φροῦδοι . . εἰσιν ἐξῳκισμένοι Ar. Pax 197; ἐξῳκίσαντο ib. 203; quit a house or shop, opp. εἰσοικ-, Aeschin. 1.124; to be deported, εἰς ἄλλην χώραν Pl. Lg. 929a; τὸν πόλεμον τῆς Ἑλλάδος -ισμένον Plu. Ages. 15: metaph., ἡ ἀλήθεια τοῦ νόμου διὰ τὸν φόβον ἐξῳκίσθη was banished, cj. in Gorg. Hel. 16.
εὐχέρεια
tolerance of or indifference to evil, μὴ ἡμῖν πολλὴν εὐχέρειαν ἐντίκτωσι τοῖς νέοις πονηρίας Pl. R. 392a; licentiousness, A. Eu. 494 (lyr.); ἡ τῆς πράξεως εὐ. Aeschin. 1.124; unscrupulous conduct, ἡ πρὸς τὸν δῆμον εὐ. Plu. Demetr. 11; looseness, περὶ τὰς γυναῖκας, περὶ τοὺς ὅρκους, Id. Lyc. 15, Lys. 8; recklessness, πρὸς τὸν ὅρκον εὐ. καὶ ταχύτης Id. Aet.Gr. 2.271c; hastiness, Ph. 2.276; πρὸς ὀργήν Luc. Prom. 9; of a historian, irresponsibility, εὐ. καὶ τόλμα καὶ ῥᾳδιουργία Plb. 12.25e. 2, cf. 16.18.3; εἰκαιότης καὶ εὐ. Ph. 1.193; of an artist, uncritical facility, ἐν τῷ ποιεῖν εὐ. καὶ ταχύτης Plu. Per. 13.
οἴκησις
II house, dwelling, Hdt. 9.94, A. Supp. 1009, S. Ph. 31, Pl. Prt. 321d, Aeschin. 1.124, etc. ; ἔγκτησις γᾶς καὶ οἰκήσιος Delph. 3(1).359 (iii B. C.) ; residence of a satrap, X. HG 3.2.1 ; στρατηγικὴ οἴ. Wilcken Chr. 385.67 (iii B. C.) ; κατασκαφὴς οἴ. ἀείφρουρος, of the grave, S. Ant. 892 ; εἰς τὴν ἀΐδιον οἴ. X. Ages. 11.16 ; lair of beasts, Id. Cyn. 13.14, cf. Pl. Prt. 320e; birdʼs nest, Arist. HA 614b31 : in pl., of the scattered dwellings of people not yet collected in cities, Th. 6.88, cf. οἰκέω B. II ; ἡ περὶ τὰ τῶν πόλεών τε καὶ οἰκήσεων διακόσμησις Pl. Smp. 209a, cf. Lg. 681a : but the distn. is not always observed, cf. ib. 685a, etc.
οἰκία
3 συνοικία, as oneʼs own apartments from those let out to lodgers, Aeschin. 1.124.
συνοικία
III house in which several families live, tenement-house, Th. 3.74, Ar. Th. 273, X. Ath. 1.17, Is. 5.27, 6.21, D. 36.6, 45.28, OGI 326.21 ( Teos); ὅπου πολλοὶ μισθωσάμενοι μίαν οἴκησιν διελόμενοι ἔχουσι, συνοικίαν καλοῦμεν Aeschin. 1.124; ἓν στόμʼ ἐστὶ τῆς συνοικίης πάσης Herod. 3.47; lodging-house, PPetr. 3p.186 (iii B.C.), BGU 1573.25 (ii A.D.).
τεκτονεῖον
workshop of a carpenter, Aeschin. 1.124, Inscr.Délos 1417 B ii 163 (ii B.C.), Gloss.