Scaife ATLAS

CTS Library / Κατὰ Τιμάρχου

Κατὰ Τιμάρχου (107)

urn:cts:greekLit:tlg0026.tlg001.perseus-grc2:107
Refs {'start': {'reference': '107', 'human_reference': 'Section 107'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

λογιστὴς γὰρ γενόμενος πλεῖστα μὲν τὴν πόλιν ἔβλαψε δῶρα λαμβάνων παρὰ τῶν μὴ[*] δικαίως ἀρξάντων, μάλιστα δʼ ἐσυκοφάντησε τῶν ὑπευθύνων τοὺς μηδὲν ἠδικηκότας. ἦρξε δʼ ἐν Ἄνδρῳ πριάμενος τριάκοντα μνῶν τὴν ἀρχήν, δανεισάμενος ἐπʼ ἐννέα ὀβολοῖς τὴν μνᾶν, εὐπορίαν τῇ βδελυρίᾳ τῇ ἑαυτοῦ τοὺς συμμάχους τοὺς ὑμετέρους ποιούμενος· καὶ τοσαύτην ἀσέλγειαν ἐπεδείξατο εἰς ἐλευθέρων ἀνθρώπων γυναῖκας ἡλίκην οὐδεὶς πώποθʼ ἕτερος. ὧν οὐδένα ἐγὼ παρακαλῶ δεῦρο τὴν αὑτοῦ συμφοράν, ἣν εἵλετο σιγᾶν, εἰς πολλοὺς ἐκμαρτυρήσοντα, ἀλλʼ ὑμῖν τοῦτο καταλείπω σκοπεῖν.

Tokens

λογιστὴς 1 w 8
γὰρ 1 w 11
γενόμενος 1 w 20
πλεῖστα 1 w 27
μὲν 1 w 30
τὴν 1 w 33
πόλιν 1 w 38
ἔβλαψε 1 w 44
δῶρα 1 w 48
λαμβάνων 1 w 56
παρὰ 1 w 60
τῶν 1 w 63
μὴ 1 w 65
μὴ 2 w 67
Sauppe 1 w 73
οὐ 1 w 76
MSS 1 w 79
δικαίως 1 w 87
ἀρξάντων 1 w 95
μάλιστα 1 w 103
δʼ 1 w 105
ἐσυκοφάντησε 1 w 117
τῶν 2 w 120
ὑπευθύνων 1 w 129
τοὺς 1 w 133
μηδὲν 1 w 138
ἠδικηκότας 1 w 148
ἦρξε 1 w 153
δʼ 2 w 155
ἐν 1 w 157
Ἄνδρῳ 1 w 162
πριάμενος 1 w 171
τριάκοντα 1 w 180
μνῶν 1 w 184
τὴν 2 w 187
ἀρχήν 1 w 192
δανεισάμενος 1 w 205
ἐπʼ 1 w 208
ἐννέα 1 w 213
ὀβολοῖς 1 w 220
τὴν 3 w 223
μνᾶν 1 w 227
εὐπορίαν 1 w 236
τῇ 1 w 238
βδελυρίᾳ 1 w 246
τῇ 2 w 248
ἑαυτοῦ 1 w 254
τοὺς 2 w 258
συμμάχους 1 w 267
τοὺς 3 w 271
ὑμετέρους 1 w 280
ποιούμενος 1 w 290
καὶ 1 w 294
τοσαύτην 1 w 302
ἀσέλγειαν 1 w 311
ἐπεδείξατο 1 w 321
εἰς 1 w 324
ἐλευθέρων 1 w 333
ἀνθρώπων 1 w 341
γυναῖκας 1 w 349
ἡλίκην 1 w 355
οὐδεὶς 1 w 361
πώποθʼ 1 w 367
ἕτερος 1 w 373
ὧν 1 w 376
οὐδένα 1 w 382
ἐγὼ 1 w 385
παρακαλῶ 1 w 393
δεῦρο 1 w 398
τὴν 4 w 401
αὑτοῦ 1 w 406
συμφοράν 1 w 414
ἣν 1 w 417
εἵλετο 1 w 423
σιγᾶν 1 w 428
εἰς 2 w 432
πολλοὺς 1 w 439
ἐκμαρτυρήσοντα 1 w 453
ἀλλʼ 1 w 458
ὑμῖν 1 w 462
τοῦτο 1 w 467
καταλείπω 1 w 476
σκοπεῖν 1 w 483

Dictionary Citations

LSJ

δανείζω
put out money at usury, lend, IG 1(2).302.56, Ar. Th. 842, al.; more fully, δ. ἐπὶ τόκῳ Pl. Lg. 742c; ἐπὶ ὀκτὼ ὀβολοῖς τὴν μνᾶν δ. τοῦ μηνὸς ἑκάστου D. 53.13, cf. Aeschin. 1.107; δ. ἐπὶ τούτοις τοῖς ἀνδραπόδοις on the security of . ., D. 27.27; ἐπὶ τοῖς σώμασι Arist. Ath. 9.1; εἰς τὰ ἡμέτερα D. 27.28; δανεῖσαι χρήματα εἰς τὸν Πόντον καὶ πάλιν Ἀθήναζε Id. 35.3.
ἐκμαρτυρέω
to bear witness to a thing, c. acc., φόνον A. Eu. 461; ἐκμαρτύρησον..τό μʼ εἰδέναι Id. Ag. 1196; εἰς πολλούς before many persons, Aeschin. 1.107:— Pass., Str. 12.8.6.
εὐπορία
ease, facility, of doing a thing, c. inf., Emp. 100.5; ναῦς εὐ. ἦν ποιεῖσθαι Th. 4.52: abs., ὅτε πολλὴ ὑμῖν εὐ. φαίνεται X. An. 7.6.37: c. gen. rei, easy means of providing, τοῦ βίου Pl. Prt. 321e; τοῦ καθʼ ἡμέραν Th. 3.82; also εὐ. ἐν τῇ τέχνῃ, ἐκ τῆς τέχνης, Lys. 24.5; εὐ. τῆς τύχης Th. 3.45; εὐπορίαν τῇ βδελυρίᾳ τῇ ἑαυτοῦ τοὺς συμμάχους ποιεῖσθαι to make them a means of satisfying his brutal passions, Aeschin. 1.107; ἡ παρʼ ἀλλήλων εὐ. mutual assistance, Isoc. 6.67.