Scaife ATLAS

CTS Library / Κατὰ Τιμάρχου

Κατὰ Τιμάρχου (100)

urn:cts:greekLit:tlg0026.tlg001.perseus-grc2:100
Refs {'start': {'reference': '100', 'human_reference': 'Section 100'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ὡς δὲ καὶ ἀργύριόν τισιν ἐδάνεισεν, κομισάμενος οὗτος ἀνήλωκε, μάρτυρα παρέξομαι Μεταγένην ὑμῖν τὸν Σφήττιον, ὃς ὠφείλησε μὲν ἐκείνῳ πλείους τριάκοντα μνᾶς, δʼ ἦν ὑπόλοιπον τελευτήσαντος τοῦ πατρός, τούτῳ ἀπέδωκεν ἑπτὰ μνᾶς.[*] καί μοι κάλει Μεταγένην Σφήττιον.[*] πασῶν δὲ πρώτην ἀνάγνωθι τὴν Ναυσικράτους μαρτυρίαν τοῦ τὴν οἰκίαν πριαμένου· καὶ τὰς ἄλλας ἁπάσας λαβὲ περὶ ὧν ἐμνήσθην ἐν τῷ αὐτῷ.[*]

Tokens

ὡς 1 w 2
δὲ 1 w 4
καὶ 1 w 7
ἀργύριόν 1 w 15
τισιν 1 w 20
ἐδάνεισεν 1 w 29
1 w 31
κομισάμενος 1 w 42
οὗτος 1 w 47
ἀνήλωκε 1 w 54
μάρτυρα 1 w 62
παρέξομαι 1 w 71
Μεταγένην 1 w 80
ὑμῖν 1 w 84
τὸν 1 w 87
Σφήττιον 1 w 95
ὃς 1 w 98
ὠφείλησε 1 w 106
μὲν 1 w 109
ἐκείνῳ 1 w 115
πλείους 1 w 122
1 w 123
τριάκοντα 1 w 132
μνᾶς 1 w 136
3 w 138
δʼ 1 w 140
ἦν 1 w 142
ὑπόλοιπον 1 w 151
τελευτήσαντος 1 w 164
τοῦ 1 w 167
πατρός 1 w 173
τούτῳ 1 w 179
ἀπέδωκεν 1 w 187
ἑπτὰ 1 w 191
μνᾶς 2 w 195
μνᾶς 3 w 200
Franke 1 w 206
μνᾶς 4 w 211
Τιμάρχῳ 1 w 218
MSS 1 w 221
καί 1 w 225
μοι 1 w 228
κάλει 1 w 233
Μεταγένην 2 w 242
Σφήττιον 2 w 250
Σφήττιον 3 w 259
Blass 1 w 264
τὸν 2 w 268
Σφήττιον 4 w 276
MSS 2 w 279
πασῶν 1 w 285
δὲ 2 w 287
πρώτην 1 w 293
ἀνάγνωθι 1 w 301
τὴν 1 w 304
Ναυσικράτους 1 w 316
μαρτυρίαν 1 w 325
τοῦ 2 w 328
τὴν 2 w 331
οἰκίαν 1 w 337
πριαμένου 1 w 346
καὶ 2 w 350
τὰς 1 w 353
ἄλλας 1 w 358
ἁπάσας 1 w 364
λαβὲ 1 w 368
περὶ 1 w 372
ὧν 1 w 374
ἐμνήσθην 1 w 382
ἐν 1 w 384
τῷ 1 w 386
αὐτῷ 1 w 390
τῷ 3 w 393
αὐτῷ 2 w 397
Sakorraphos 1 w 408
τῷ 5 w 411
αὐτῷ 3 w 415
λόγῳ 1 w 419
MSS 3 w 422

Dictionary Citations

LSJ

ἀργυρωρυχεῖον
silver-mine, Sch. Aeschin. 1.100.
Σφηττός
φυλή in Attica, Str. 9.1.20; Σφηττοῖ in or at Sphettos, Lys. 17.5, Aeschin. 1.97; Σφηττόθεν from S., IG 1(2).591, Plu. Thes. 13; Σφηττόνδε to S., St.Byz.:— Σφήττιος, ὁ, a Sphettian, IG 1(2).304.20, Ar. Nu. 156, Aeschin. 1.100; also as Adj., ὄξος Σ., proverbial, Ar. Pl. 720, cf. Did. ap. Ath. 2.67d.