Scaife ATLAS

CTS Library / Περὶ τοῦ Απολλοδώρου κλήρου

Περὶ τοῦ Απολλοδώρου κλήρου (9)

urn:cts:greekLit:tlg0017.tlg007.perseus-grc2:9
Refs {'start': {'reference': '9', 'human_reference': 'Section 9'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ἐξ εὐπόρου τε ἀπορωτέρῳ γεγενημένῳ συνδιῴκει τὰ ἐκείνου, μεταδιδοὺς ὧν εἶχεν. εἰς Κόρινθόν τε στρατεύεσθαι μέλλων, εἴ τι πάθοι, διέθετο τὴν οὐσίαν καὶ ἔδωκε τῇ ἐκείνου μὲν θυγατρί, ἐμῇ δὲ μητρί, αὑτοῦ δὲ ἀδελφῇ, διδοὺς αὐτὴν Λακρατίδῃ τῷ νῦν ἱεροφάντῃ γεγενημένῳ. τοιοῦτος ἦν ἐκεῖνος περὶ ἡμᾶς τοὺς ἐξ ἀρχῆς αὐτὸν σώσαντας.

Tokens

ἐξ 1 w 2
εὐπόρου 1 w 9
τε 1 w 11
ἀπορωτέρῳ 1 w 20
γεγενημένῳ 1 w 30
συνδιῴκει 1 w 39
τὰ 1 w 41
ἐκείνου 1 w 48
μεταδιδοὺς 1 w 59
ὧν 1 w 61
εἶχεν 1 w 66
εἰς 1 w 70
Κόρινθόν 1 w 78
τε 2 w 80
στρατεύεσθαι 1 w 92
μέλλων 1 w 98
εἴ 1 w 101
τι 1 w 103
πάθοι 1 w 108
διέθετο 1 w 116
τὴν 1 w 119
οὐσίαν 1 w 125
καὶ 1 w 128
ἔδωκε 1 w 133
τῇ 1 w 135
ἐκείνου 2 w 142
μὲν 1 w 145
θυγατρί 1 w 152
ἐμῇ 1 w 156
δὲ 1 w 158
μητρί 1 w 163
αὑτοῦ 1 w 169
δὲ 2 w 171
ἀδελφῇ 1 w 177
διδοὺς 2 w 184
αὐτὴν 1 w 189
Λακρατίδῃ 1 w 198
τῷ 1 w 200
νῦν 1 w 203
ἱεροφάντῃ 1 w 212
γεγενημένῳ 2 w 222
τοιοῦτος 1 w 231
ἦν 1 w 233
ἐκεῖνος 1 w 240
περὶ 1 w 244
ἡμᾶς 1 w 248
τοὺς 1 w 252
ἐξ 2 w 254
ἀρχῆς 1 w 259
αὐτὸν 1 w 264
σώσαντας 1 w 272

Dictionary Citations

LSJ

ἱεροφάντης
hierophant, one who teaches rites of sacrifice and worship, ἱ. τῶν χθονίων θεῶν Hdt. 7.153; of the initiating priest at Eleusis, IG 1(2).76.24, al., Lys. 6.1, Is. 7.9, Plu. Alc. 33; at Rome, = pontifex, D.H. 2.73, 3.36; of the pontifex maximus, Plu. Num. 9; of the Jewish High Priest, Ph. 2.322; of Moses, Id. 1.117; later, mystical expounder, ἱ. τῆς τετρακτύος Hierocl. in CA 20p.466M.
συνδιοικέω
administer together, Is. 7.9, Plb. 6.11a. 7; ἀγῶνα Milet. 1(7).203a17 (ii B.C.); τινι with one, D. 24.160; bring about together with, μετὰ τῆς πρες βείας, ὅπως . . SIG 353.5 ( Ephesus, iv B.C.):— Med., παρὰ τῶν πρυτάνεων, ὅπως . . Thphr. Char. 21.11 (s.v.l.):— Pass., share the advantage of, τὰ φυτὰ τῇ [τῶν μεγάλων δενδρῶν] -ούμενα στερεότητι Sor. 1.96.