Scaife ATLAS

CTS Library / Περὶ τοῦ Απολλοδώρου κλήρου

Περὶ τοῦ Απολλοδώρου κλήρου (3)

urn:cts:greekLit:tlg0017.tlg007.perseus-grc2:3
Refs {'start': {'reference': '3', 'human_reference': 'Section 3'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ἐγὼ δʼ εἰ μὲν ἑώρων ὑμᾶς μᾶλλον ἀποδεχομένους τὰς διαμαρτυρίας τὰς εὐθυδικίας, κἂν μάρτυρας προὐβαλόμην μὴ ἐπίδικον εἶναι τὸν κλῆρον ὡς ποιησαμένου με ὑὸν Ἀπολλοδώρου κατὰ τοὺς νόμους. ἐπειδὴ δʼ οὐ διαφεύγει τὰ δίκαια μὴ οὐ κατὰ τοῦτον γιγνώσκεσθαι τὸν τρόπον [καὶ] παρʼ ὑμῖν, αὐτὸς[*] ἥκω διαλεξόμενος περὶ τῶν πεπραγμένων, ἵνα μηδεμίαν ἡμῖν[*] αἰτίαν περὶ τοῦ μὴ βούλεσθαι δοῦναι δίκην τοιαύτην ἐπιφέρωσιν.

Tokens

ἐγὼ 1 w 3
δʼ 1 w 5
εἰ 1 w 7
μὲν 1 w 10
ἑώρων 1 w 15
ὑμᾶς 1 w 19
μᾶλλον 1 w 25
ἀποδεχομένους 1 w 38
τὰς 1 w 41
διαμαρτυρίας 1 w 53
1 w 54
τὰς 2 w 57
εὐθυδικίας 1 w 67
κἂν 1 w 71
μάρτυρας 1 w 79
προὐβαλόμην 1 w 90
μὴ 1 w 92
ἐπίδικον 1 w 100
εἶναι 1 w 105
τὸν 1 w 108
κλῆρον 1 w 114
ὡς 1 w 116
ποιησαμένου 1 w 127
με 1 w 129
ὑὸν 1 w 132
Ἀπολλοδώρου 1 w 143
κατὰ 1 w 147
τοὺς 1 w 151
νόμους 1 w 157
ἐπειδὴ 1 w 164
δʼ 2 w 166
οὐ 2 w 168
διαφεύγει 1 w 177
τὰ 4 w 179
δίκαια 1 w 185
μὴ 2 w 187
οὐ 3 w 189
κατὰ 2 w 193
τοῦτον 1 w 199
γιγνώσκεσθαι 1 w 211
τὸν 2 w 214
τρόπον 1 w 220
καὶ 1 w 224
παρʼ 1 w 229
ὑμῖν 1 w 233
αὐτὸς 1 w 239
αὐτὸς 2 w 244
Dobree 1 w 250
αὐτοῖς 1 w 257
ἥκω 1 w 261
διαλεξόμενος 1 w 273
περὶ 1 w 277
τῶν 1 w 280
πεπραγμένων 1 w 291
ἵνα 1 w 295
μηδεμίαν 1 w 303
ἡμῖν 1 w 307
ἡμῖν 2 w 311
Reiske 1 w 317
ὑμῖν 2 w 322
αἰτίαν 1 w 329
περὶ 2 w 333
τοῦ 2 w 336
μὴ 3 w 338
βούλεσθαι 1 w 347
δοῦναι 1 w 353
δίκην 1 w 358
τοιαύτην 1 w 366
ἐπιφέρωσιν 1 w 376

Dictionary Citations

LSJ

εὐθυδικία
direct trial, on the merits of the case, without exceptions or technical pleas, εὐθυδικίας ἀποδέχεσθαι Is. 7.3; εἰσιέναι D. 34.4; also εὐθυδικίᾳ εἰσιέναι, εἰσελθεῖν, Id. 45.6, Is. 6.43; τὸν ἐξ εὐθυδικίας λόγον συνίστασθαι Mitteis Chr. 31 vi 13 (ii B.C.).
προβάλλω
b bring forward, cite on oneʼs own part, in defence, τὸν Ὅμηρον π. Pl. La. 201b; π. μάρτυρας Is. 7.3, etc.; ὁ προβαλόμενος one who has brought evidence, Lex ap. D. 46.10; cite as an example, ἔθνος οὐδὲν ἔχομεν προβαλέσθαι σοφίης πέρι Hdt. 4.46; use as an excuse or pretext, Th. 2.87, etc.; τὸ εὐπρεπὲς ἄσπονδον προβέβληνται Id. 1.37; π. σκῆψιν, πρόφασιν, Plb. 5.56.7, 15.20.3.