Scaife ATLAS

CTS Library / Περὶ τοῦ Πύρρου κλήρου

Περὶ τοῦ Πύρρου κλήρου (58)

urn:cts:greekLit:tlg0017.tlg003.perseus-grc2:58
Refs {'start': {'reference': '58', 'human_reference': 'Section 58'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

δὲ νόμος πέντε ἐτῶν κελεύει δικάσασθαι τοῦ κλήρου, ἐπειδὰν τελευτήσῃ κληρονόμος. οὐκοῦν δυοῖν τὰ ἕτερα προσῆκε τῇ γυναικί, γυναικί ζῶντι τῷ Ἐνδίῳ ἀμφισβητῆσαι τῶν πατρῴων, ἐπειδὴ τετελευτηκὼς ἦν εἰσποίητος, τῶν τοῦ ἀδελφοῦ τὴν ἐπιδικασίαν ἀξιοῦν ποιεῖσθαι, ἄλλως τε καὶ εἰ, ὥς φασιν οὗτοι, ἠγγυήκει αὐτὴν τῷ Ξενοκλεῖ ὡς γνησίαν ἀδελφὴν οὖσαν αὑτοῦ.

Tokens

1 w 1
δὲ 1 w 3
νόμος 1 w 8
πέντε 1 w 13
ἐτῶν 1 w 17
κελεύει 1 w 24
δικάσασθαι 1 w 34
τοῦ 1 w 37
κλήρου 1 w 43
ἐπειδὰν 1 w 51
τελευτήσῃ 1 w 60
2 w 61
κληρονόμος 1 w 71
οὐκοῦν 1 w 78
δυοῖν 1 w 83
τὰ 1 w 85
ἕτερα 1 w 90
προσῆκε 1 w 97
τῇ 1 w 99
γυναικί 1 w 106
1 w 108
γυναικί 2 w 115
2 w 116
ζῶντι 1 w 121
τῷ 1 w 123
Ἐνδίῳ 1 w 128
ἀμφισβητῆσαι 1 w 140
τῶν 2 w 143
πατρῴων 1 w 150
3 w 152
ἐπειδὴ 1 w 158
τετελευτηκὼς 1 w 170
ἦν 1 w 172
3 w 173
εἰσποίητος 1 w 183
τῶν 3 w 187
τοῦ 2 w 190
ἀδελφοῦ 1 w 197
τὴν 1 w 200
ἐπιδικασίαν 1 w 211
ἀξιοῦν 1 w 217
ποιεῖσθαι 1 w 226
ἄλλως 1 w 232
τε 6 w 234
καὶ 1 w 237
εἰ 2 w 239
ὥς 1 w 242
φασιν 1 w 247
οὗτοι 1 w 252
ἠγγυήκει 1 w 261
αὐτὴν 1 w 266
τῷ 2 w 268
Ξενοκλεῖ 1 w 276
ὡς 1 w 278
γνησίαν 1 w 285
ἀδελφὴν 1 w 292
οὖσαν 1 w 297
αὑτοῦ 1 w 302

Dictionary Citations

LSJ

ἐγγυάω
ἐγγυάω, impf. ἠγγύων ( παρ-) S. OC 94, E. Supp. 700, X. An. 4.1.17, etc.: aor. ἠγγύησα E. IA 703, D. 29.47, etc.: pf. ἠγγύηκα D.C. 38.9: plpf. ἠγγύηκει Is. 3.58:— Med., fut. - ήσομαι D. 24.46: aor. ἠγγυησάμην And. 1.44, 73, D. 22.53:— Pass., aor. ἠγγυήθην ( ἐξ-, κατ-) Lys. 23.11, D. 59.49: pf. ἠγγύημαι ( δι-) Th. 3.70:—also treated as a compd., ἐνεγυησάμεθα PEleph. 27.9 (iii B. C.), and freq. in codd.: impf. ἐνεγύων Is. 3.45, D. 41.16; ἐνεγύησα Is. 3.36, 70: pf. ἐγγεγύηκα ib. 40, D. 59.53: impf. Pass. ἐνεγυᾶτο Is. 3.70: pf. ἐγγεγύημαι D. 33.24, POxy. 259.7 (i A.D.): plpf. ἐνεγεγύητο Is. 3.55: but these forms are incorrect: ( ἐγγύη):—