Scaife ATLAS

CTS Library / ἐρωτικὸς

ἐρωτικὸς (12)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg061.perseus-grc2:12
Refs {'start': {'reference': '12', 'human_reference': 'Section 12'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

γὰρ διʼ ἀρρυθμίαν τοῦ σχήματος ἅπασαν συνετάραξαν τὴν ὑπάρχουσαν εὐπρέπειαν, διʼ ἀτύχημά τι καὶ τὰ καλῶς πεφυκότα συνδιέβαλον αὐτῷ. ὧν οὐδενὶ τὴν σὴν ὄψιν εὕροιμεν ἂν ἔνοχον γεγενημένην· οὕτω γὰρ σφόδρʼ ἐφυλάξατο πάσας τὰς τοιαύτας κῆρας ὅστις ποτʼ ἦν θεῶν τῆς σῆς ὄψεως προνοηθείς, ὥστε μηδὲν μέμψεως ἄξιον, τὰ δὲ πλεῖστα περίβλεπτά σου καταστῆσαι.

Tokens

1 w 1
γὰρ 1 w 4
διʼ 1 w 7
ἀρρυθμίαν 1 w 16
τοῦ 1 w 19
σχήματος 1 w 27
ἅπασαν 1 w 33
συνετάραξαν 1 w 44
τὴν 1 w 47
ὑπάρχουσαν 1 w 57
εὐπρέπειαν 1 w 67
2 w 69
διʼ 2 w 72
ἀτύχημά 1 w 79
τι 1 w 81
καὶ 1 w 84
τὰ 1 w 86
καλῶς 1 w 91
πεφυκότα 1 w 99
συνδιέβαλον 1 w 110
αὐτῷ 1 w 114
ὧν 1 w 117
οὐδενὶ 1 w 123
τὴν 2 w 126
σὴν 1 w 129
ὄψιν 1 w 133
εὕροιμεν 1 w 141
ἂν 1 w 143
ἔνοχον 1 w 149
γεγενημένην 1 w 160
οὕτω 1 w 165
γὰρ 2 w 168
σφόδρʼ 1 w 174
ἐφυλάξατο 1 w 183
πάσας 1 w 188
τὰς 1 w 191
τοιαύτας 1 w 199
κῆρας 1 w 204
ὅστις 1 w 209
ποτʼ 1 w 213
ἦν 1 w 215
θεῶν 1 w 219
1 w 220
τῆς 1 w 223
σῆς 1 w 226
ὄψεως 1 w 231
προνοηθείς 1 w 241
ὥστε 1 w 246
μηδὲν 1 w 251
μέμψεως 1 w 258
ἄξιον 1 w 263
τὰ 3 w 266
δὲ 2 w 268
πλεῖστα 1 w 275
περίβλεπτά 1 w 285
σου 1 w 288
καταστῆσαι 1 w 298

Dictionary Citations

LSJ

συνδιαβάλλω
II accuse along with, D. 61.12:— Pass., to be accused together, Th. 6.61, Lys. 12.93, D. 39.19.
συνταράσσω
throw into confusion or disorder, σὺν δʼ ἵππους ἐτάραξε Il. 8.86; σὺν δʼ ἡμῖν δαῖτα ταρ. 1.579; τὴν κρήνην σ. καὶ συνέχωσαν Hdt. 9.49, cf. Arist. HA 596a1; σ. τὴν Ἑλλάδα Hdt. 3.138; τιμὰς τὰς ἐούσας σ. alter them, Id. 1.59; σ. πόλιν E. Heracl. 378 (lyr.), And. 1.68; πρὸς ἀλλήλας τὰς πόλεις Aeschin. 2.106; τὸ στρατόπεδον Isoc. 4.147; σ. ἅπαντα confound all arguments, Ar. Nu. 1037; τὰ πράγματα D. 24.44; τὴν εὐπρέπειαν Id. 61.12; ἑαυτούς Epicur. Sent. 37; τὰς αἰσθήσεις ib. 24:— Pass., ξυντετάρακται αἰθὴρ πόντῳ air is confounded with sea, A. Pr. 1088 (anap.); to be thrown into confusion, of soldiers, Th. 7.81; of social order, συνταράσσονται πόλεις S. Ant. 1080, cf. E. IT 557, X. HG 3.4.7, etc.; ξυνταραχθέντος τοῦ βίου τῇ πόλει Th. 3.84; νόμοι πάντες ξυνεταράχθησαν all established customs were disturbed, Id. 2.52; ὁ τῆς πόλεως καὶ τῶν νόμων κόσμος D. 25.19; of plans, to be upset, Hdt. 5.65: metaph. of persons, to be confounded, troubled, τῷ θανάτῳ τοῦ παιδὸς συντεταραγμένος Id. 1.44; συνταραχθεὶς ὑπὸ νόσων Pl. Lg. 798a; τί συντετάραξαι; Ar. Lys. 7.