Scaife ATLAS

CTS Library / ἐπιτάφιος

ἐπιτάφιος (5)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg060.perseus-grc2:5
Refs {'start': {'reference': '5', 'human_reference': 'Section 5'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

δοκεῖ δέ μοι καὶ τὸ τοὺς καρπούς, οἷς ζῶσιν ἅνθρωποι, παρʼ ἡμῖν πρώτοις φανῆναι, χωρὶς τοῦ μέγιστον εὐεργέτημʼ εἰς πάντας γενέσθαι, ὁμολογούμενον σημεῖον ὑπάρχειν τοῦ μητέρα τὴν χώραν εἶναι τῶν ἡμετέρων προγόνων. πάντα γὰρ τὰ τίκτονθʼ ἅμα καὶ τροφὴν τοῖς γιγνομένοις ἀπʼ αὐτῆς τῆς φύσεως φέρει· ὅπερ ἥδʼ χώρα πεποίηκεν.

Tokens

δοκεῖ 1 w 5
δέ 1 w 7
μοι 1 w 10
καὶ 1 w 13
τὸ 1 w 15
τοὺς 1 w 19
καρπούς 1 w 26
οἷς 1 w 30
ζῶσιν 1 w 35
ἅνθρωποι 1 w 43
παρʼ 1 w 48
ἡμῖν 1 w 52
πρώτοις 1 w 59
φανῆναι 1 w 66
χωρὶς 1 w 72
τοῦ 1 w 75
μέγιστον 1 w 83
εὐεργέτημʼ 1 w 93
εἰς 1 w 96
πάντας 1 w 102
γενέσθαι 1 w 110
ὁμολογούμενον 1 w 124
σημεῖον 1 w 131
ὑπάρχειν 1 w 139
τοῦ 2 w 142
μητέρα 1 w 148
τὴν 1 w 151
χώραν 1 w 156
εἶναι 1 w 161
τῶν 1 w 164
ἡμετέρων 1 w 172
προγόνων 1 w 180
πάντα 2 w 186
γὰρ 1 w 189
τὰ 1 w 191
τίκτονθʼ 1 w 199
ἅμα 1 w 202
καὶ 2 w 205
τροφὴν 1 w 211
τοῖς 1 w 215
γιγνομένοις 1 w 226
ἀπʼ 1 w 229
αὐτῆς 1 w 234
τῆς 2 w 237
φύσεως 1 w 243
φέρει 1 w 248
ὅπερ 1 w 253
ἥδʼ 1 w 256
3 w 257
χώρα 2 w 261
πεποίηκεν 1 w 270

Dictionary Citations

LSJ

ζῶ
I live, Hom. (v. infr.), etc.; also of plants, τὸ ζῆν κοινὸν εἶναι φαίνεται καὶ τοῖς φυτοῖς Arist. EN 1097b33; ἐλέγχιστε ζωόντων vilest of living men, Od. 10.72; ζώειν καὶ ὁρᾶν φάος ἠελίοιο Il. 24.558; ζῶντος καὶ ἐπὶ χθονὶ δερκομένοιο 1.88, cf. Od. 16.439; ζῶν καὶ βλέπων A. Ag. 677; ζώει τε καὶ ἔστιν Od. 24.263; ζώντων καὶ ὄντων D. 18.72; τοῦ εἶναί τε καὶ ζῆν ἕνεκα Pl. R. 369d; ζῶσα πόλις καὶ ἐγρηγορυῖα Id. Lg. 809d; ζῶν καὶ ἔμψυχος Id. Phdr. 276a; ῥεῖα ζώοντες living at ease, of the gods, Il. 6.138, al.; ζῶν κατακαυθῆναι to be burnt alive, Hdt. 1.86: c. acc. temp., ζ. ἤματα πάντα h.Ven. 221, etc.; ὀλίγα ἔτεα Hdt. 3.22: c. dat. modi, δμῶες . . ἄλλα τε πολλὰ οἷσίν τʼ εὖ ζώουσι whereby men live in comfort, Od. 17.423, cf. D. 60.5; κοράκων πονηρίᾳ Ar. Th. 868; ἐπὶ τοῖς αἰσχίστοις ἔργοις, ἐπὶ τοῖς παροῦσιν ἀγαθοῖς, And. 1.100, Isoc. 10.18; also ζῆν ἀπό τινος to live on a thing, Thgn. 1156, Hdt. 1.216, 2.36, 4.22, Ar. Pax 850, etc.; ἔκ τινος Id. Ec. 591, D. 57.36, 1 Ep.Cor. 9.14: c. part., ζῆν συκοφαντῶν And. 1.99; ἐργαζόμενοι Arist. Pol. 1292b27: c. dat. commodi, ζῆν ἑαυτῷ for oneself, dub. l. in E. Ion 646, cf. Ar. Pl. 470, Men. 507; τὸ ζῆν,= ζωή, A. Pr. 681, Pl. Phd. 77d (without Art. εἰς ἕτερον ζ. Id. Ax. 365d); διὰ παντὸς τοῦ ζῆν Ep.Hebr. 2.15; also, a living, τὸ ζ. οὐκ ἔχομεν OGI 515.57 ( Mylasa, iii A.D.); ζήτω ὁ βασιλεύς long live the king, LXX 1 Ki. 10.24; βασιλεῦ, εἰς τὸν αἰῶνα ζῆθι ib. Da. 3.9; asseverations, ζῶ ἐγώ, καὶ ζῶν τὸ ὄνομά μου, καί . . ib. Nu. 14.21; ζῇ κύριος, εἰ . . , ὅτι . . , ib. 1 Ki. 19.6, 29.6; ζῇ ἡ ψυχή σου, εἰ οἶδα ib. 17.55.