Scaife ATLAS

CTS Library / ἐπιτάφιος

ἐπιτάφιος (35)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg060.perseus-grc2:35
Refs {'start': {'reference': '35', 'human_reference': 'Section 35'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ἔστι μὲν οὖν ἴσως χαλεπὸν τὰς παρούσας συμφορὰς λόγῳ κουφίσαι· δεῖ δʼ ὅμως πειρᾶσθαι καὶ πρὸς τὰ παρηγοροῦντα τρέπειν τὴν ψυχήν, ὡς τοὺς τοιούτους ἄνδρας γεγεννηκότας καὶ πεφυκότας αὐτοὺς ἐκ τοιούτων ἑτέρων καλόν ἐστιν τὰ δείνʼ εὐσχημονέστερον τῶν ἄλλων φέροντας ὁρᾶσθαι καὶ πάσῃ τύχῃ χρωμένους ὁμοίους εἶναι.

Tokens

ἔστι 1 w 4
μὲν 1 w 7
οὖν 1 w 10
ἴσως 1 w 14
χαλεπὸν 1 w 21
τὰς 1 w 24
παρούσας 1 w 32
συμφορὰς 1 w 40
λόγῳ 1 w 44
κουφίσαι 1 w 52
δεῖ 1 w 56
δʼ 1 w 58
ὅμως 1 w 62
πειρᾶσθαι 1 w 71
καὶ 1 w 74
πρὸς 1 w 78
τὰ 2 w 80
παρηγοροῦντα 1 w 92
τρέπειν 1 w 99
τὴν 1 w 102
ψυχήν 1 w 107
ὡς 1 w 110
τοὺς 1 w 114
τοιούτους 1 w 123
ἄνδρας 1 w 129
γεγεννηκότας 1 w 141
καὶ 2 w 144
πεφυκότας 1 w 153
αὐτοὺς 1 w 159
ἐκ 1 w 161
τοιούτων 1 w 169
ἑτέρων 1 w 175
καλόν 1 w 180
ἐστιν 1 w 185
τὰ 3 w 187
δείνʼ 1 w 192
εὐσχημονέστερον 1 w 207
τῶν 1 w 210
ἄλλων 1 w 215
φέροντας 1 w 223
ὁρᾶσθαι 1 w 230
καὶ 3 w 233
πάσῃ 1 w 237
τύχῃ 1 w 241
χρωμένους 1 w 250
ὁμοίους 1 w 257
εἶναι 1 w 262

Dictionary Citations

LSJ

εὐσχήμων
II decent, becoming, λόγοι Id. Hipp. 490, D. 60.9; πρᾶγμα οὐδαμῶς εὔσχημον λέγειν Aeschin. 3.162; λέγειν εὐσχήμονα Arist. EN 1128a7; τὸ εὔσχημον decorum, Pl. R. 401c, Lg. 797b. Adv. - μόνως with grace and dignity, like a gentleman, Ar. V. 1210, X. Cyr. 1.3.8, Arist. EN 1101a1; ζῆν Phld. Herc. 1251.18: Comp. -έστερον, ἔχειν Pl. Epin. 981a; τι φέρειν D. 60.35: Sup. - έστατα IG 2(2).1034.11.
κουφίζω
3 lighten, assuage, ἀλγηδόνας E. Fr. 573; συμφορὰς λόγῳ κ. D. 60.35; κ. ἔρωτα Theoc. 23.9; τὸ πάθος Plu. Alex. 52; τὰ ὀφλήματα Id. Praec. 2.807d: abs., give or procure relief, κ. οὐδέν, ἀλλά . . Hp. Epid. 1.7, cf. Arist. GA 725b9:— Pass., νομίζοντες κεκουφίσθαι τὸν πόλεμον αὐτοῖς Plb. 1.17.2.
παρηγορέω
II console, comfort, A. Pers. 530, E. Ph. 1449 ; τὰ παρηγοροῦντα consolations, emollients, D. 60.35 ; appease, Ἔρωτα θυηλαῖς Musae. l.c.