Scaife ATLAS

CTS Library / ἐπιτάφιος

ἐπιτάφιος (18)

urn:cts:greekLit:tlg0014.tlg060.perseus-grc2:18
Refs {'start': {'reference': '18', 'human_reference': 'Section 18'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

καὶ γὰρ εἴ τις ἐφύετο κοινὸς πᾶσιν κίνδυνος τοῖς Ἕλλησιν, οὗτοι πρῶτοι προείδοντο καὶ πολλάκις εἰς σωτηρίαν ἅπαντας παρεκάλεσαν, ὅπερ γνώμης ἀπόδειξίς ἐστιν εὖ φρονούσης· καὶ τῆς παρὰ τοῖς Ἕλλησιν ἀγνοίας μεμειγμένης κακίᾳ, ὅτʼ ἐνῆν ταῦτα κωλύειν ἀσφαλῶς, τὰ μὲν οὐ προορώσης τὰ δʼ εἰρωνευομένης, ὅμως, ἡνίχʼ ὑπήκουσαν καὶ τὰ δέοντα ποιεῖν ἠθέλησαν, οὐκ ἐμνησικάκησαν, ἀλλὰ προστάντες καὶ παρασχόντες ἅπαντα προθύμως, καὶ σώματα καὶ χρήματα καὶ συμμάχους, εἰς πεῖραν ἦλθον ἀγῶνος, εἰς ὃν οὐδὲ τῆς ψυχῆς ἐφείσαντο.

Tokens

καὶ 1 w 3
γὰρ 1 w 6
εἴ 1 w 8
τις 1 w 11
ἐφύετο 1 w 17
κοινὸς 1 w 23
πᾶσιν 1 w 28
κίνδυνος 1 w 36
τοῖς 1 w 40
Ἕλλησιν 1 w 47
οὗτοι 1 w 53
πρῶτοι 1 w 59
προείδοντο 1 w 69
καὶ 2 w 72
πολλάκις 1 w 80
εἰς 1 w 83
σωτηρίαν 1 w 91
ἅπαντας 1 w 98
παρεκάλεσαν 1 w 109
ὅπερ 1 w 114
γνώμης 1 w 120
ἀπόδειξίς 1 w 129
ἐστιν 1 w 134
εὖ 1 w 136
φρονούσης 1 w 145
καὶ 3 w 149
τῆς 1 w 152
παρὰ 1 w 156
τοῖς 2 w 160
Ἕλλησιν 2 w 167
ἀγνοίας 1 w 174
μεμειγμένης 1 w 185
κακίᾳ 1 w 190
ὅτʼ 1 w 194
ἐνῆν 1 w 198
ταῦτα 1 w 203
κωλύειν 1 w 210
ἀσφαλῶς 1 w 217
τὰ 1 w 220
μὲν 1 w 223
οὐ 1 w 225
προορώσης 1 w 234
τὰ 2 w 236
δʼ 1 w 238
εἰρωνευομένης 1 w 251
ὅμως 1 w 256
ἡνίχʼ 1 w 262
ὑπήκουσαν 1 w 271
καὶ 4 w 274
τὰ 3 w 276
δέοντα 1 w 282
ποιεῖν 1 w 288
ἠθέλησαν 1 w 296
οὐκ 1 w 300
ἐμνησικάκησαν 1 w 313
ἀλλὰ 1 w 318
προστάντες 1 w 328
καὶ 5 w 331
παρασχόντες 1 w 342
ἅπαντα 2 w 348
προθύμως 1 w 356
καὶ 6 w 360
σώματα 1 w 366
καὶ 7 w 369
χρήματα 1 w 376
καὶ 8 w 379
συμμάχους 1 w 388
εἰς 2 w 392
πεῖραν 1 w 398
ἦλθον 1 w 403
ἀγῶνος 1 w 409
εἰς 3 w 413
ὃν 1 w 415
οὐδὲ 1 w 419
τῆς 2 w 422
ψυχῆς 1 w 427
ἐφείσαντο 1 w 436

Dictionary Citations

LSJ

εἰρωνεύομαι
feign ignorance, so as to perplex, Arist. Rh. 1379b31; πρός τινα Pl. Cra. 384a; πρὸς ὑμᾶς αὐτούς Din. 2.11; banter, Arist. Pol. 1275b27: generally, dissemble, shuffle, Ar. Av. 1211, Pl. Ap. 38a, D. 60.18.
φύω
4 fall to one by nature, be oneʼs natural lot, πᾶσι θνατοῖς ἔφυ μόρος S. El. 860 (lyr.); χαίρειν πέφυκεν οὐχὶ τοῖς αὐτοῖς ἀεί Id. Tr. 440; ἐφύετο κοινὸς πᾶσι κίνδυνος D. 60.18, cf. X. Cyr. 4.3.19.